Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα βρίσκεται εδώ και χρόνια σε μια ιδιότυπη «γκρίζα ζώνη», όπου νόμοι έχουν ψηφιστεί, εγκύκλιοι έχουν εκδοθεί και αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων έχουν ληφθεί, χωρίς όμως να εφαρμόζονται στην πράξη. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλέγμα εκκρεμοτήτων που δημιουργεί αβεβαιότητα, ανισότητες και ένα διαρκή κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού του ασφαλιστικού, τη στιγμή που το σύστημα θα κληθεί –αργά ή γρήγορα– να συμμορφωθεί, ενδεχομένως και με αναδρομική ισχύ.
Με τη βοήθεια του γνωστού δικηγόρου που ειδικεύεται και γνωρίζει όσο λίγοι τα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης, Δημήτρη Μπούρλου, η «Κ» έχει συγκεντρώσει 15 περιπτώσεις που αποκαλύπτουν μια εικόνα μάλλον απογοητευτική και σίγουρα αποκαλυπτική: Το ασφαλιστικό παραμένει ένα σύστημα που λειτουργεί με «παγωμένους» νόμους και ανενεργές δικαστικές αποφάσεις και δεν μπορεί να θεωρείται σταθερό. Αντιθέτως, συσσωρεύει υποχρεώσεις που κάποια στιγμή θα πρέπει να εκπληρωθούν. Και όταν αυτό συμβεί, ο κίνδυνος είναι διπλός: αφενός δημοσιονομικός, καθώς η εφαρμογή ενδέχεται να συνοδευτεί από αναδρομικές πληρωμές ή επιστροφές, και αφετέρου κοινωνικός, καθώς οποιαδήποτε απόφαση, μετά τόσα χρόνια καθυστέρησης, θα δημιουργήσει νέες αδικίες. Οι συνταξιούχοι είναι εκείνοι που βιώνουν πιο έντονα αυτή την κατάσταση. Βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα όπου οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα και η τελική έκβαση εξαρτάται συχνά από το αν θα προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Αυτό όχι μόνο επιβαρύνει τους ίδιους, αλλά οδηγεί και σε νέο κύμα δικαστικών διεκδικήσεων, επιτείνοντας τον φαύλο κύκλο. Δεν είναι λίγοι, δε, και αυτοί που όταν το Δημόσιο αποφασίσει να εφαρμόσει τους νόμους ή τις δικαστικές αποφάσεις, θα κληθούν να επιστρέψουν τεράστια ποσά, που θα τινάξουν στον αέρα τον οικογενειακό προγραμματισμό τους.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για άμεση, καθολική και δίκαιη εφαρμογή των νόμων και των δικαστικών αποφάσεων είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Διαφορετικά, το ασφαλιστικό σύστημα θα συνεχίσει να κινείται σε μια επικίνδυνη τροχιά, όπου η αναβλητικότητα του παρόντος θα μετατρέπεται σε κρίση του μέλλοντος.
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που εφαρμόζεται ο νόμος όσον αφορά το καθεστώς των συντάξεων χηρείας. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, μετά την πάροδο τριετίας από τον θάνατο του ασφαλισμένου, η σύνταξη του επιζώντος συζύγου πρέπει να μειώνεται κατά 50%, εφόσον ο ίδιος εργάζεται ή λαμβάνει δική του σύνταξη. Ωστόσο η πρόβλεψη αυτή, αν και ψηφισμένη, δεν εφαρμόστηκε σχεδόν ποτέ στον ιδιωτικό τομέα. Ετσι, έχουν δημιουργηθεί δύο κατηγορίες συνταξιούχων: εκείνοι που συνεχίζουν να λαμβάνουν πλήρη σύνταξη θανάτου (το 70% της σύνταξης που ελάμβανε ή δικαιούτο ο θανών) και εκείνοι που έχουν υποστεί μειώσεις. Το ενδεχόμενο εφαρμογής του νόμου εκ των υστέρων γεννά εύλογους φόβους για αναδρομικές απαιτήσεις, κάτι που θα ήταν κοινωνικά και πολιτικά εκρηκτικό.
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που εφαρμόζεται ο νόμος για τις συντάξεις χηρείας. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, μετά την πάροδο τριετίας από τον θάνατο του ασφαλισμένου, η σύνταξη του επιζώντος συζύγου πρέπει να μειώνεται κατά 50%, εφόσον ο ίδιος εργάζεται ή λαμβάνει δική του σύνταξη. Ωστόσο η πρόβλεψη δεν εφαρμόστηκε σχεδόν ποτέ στον ιδιωτικό τομέα.
Από την άλλη, όσο ο νόμος δεν εφαρμόζεται, τόσο κάποιοι βιώνουν την αδικία του συστήματος, με δύο μέτρα και δύο σταθμά, για ίδιες κατηγορίες ασφαλισμένων, και μάλιστα ασφαλισμένων που έχουν βιώσει την απώλεια δικών τους ανθρώπων.
Ανάλογη είναι η κατάσταση και στις περιπτώσεις συντάξεων χηρείας σε συνδυασμό με σύνταξη γήρατος από τον πρώην ΟΓΑ. Η ιδιαιτερότητα αυτών των συντάξεων, που περιλαμβάνουν ισχυρό προνοιακό στοιχείο, οδηγεί σε δραματικές μειώσεις όταν αφαιρείται το εθνικό μέρος και παραμένει μόνο το ανταποδοτικό. Εάν προστεθεί και η προβλεπόμενη μείωση της σύνταξης χηρείας κατά 50%, τότε το τελικό ποσό γίνεται εξαιρετικά χαμηλό, θέτοντας ζήτημα αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Ενα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η καταβολή διπλής εθνικής σύνταξης σε περιπτώσεις όπου ένας συνταξιούχος λαμβάνει τόσο σύνταξη από ίδιο δικαίωμα όσο και χηρείας. Παρότι εκδόθηκε εγκύκλιος από το υπουργείο Εργασίας που περιορίζει την ταυτόχρονη καταβολή δύο εθνικών συντάξεων, η εφαρμογή της δεν προχώρησε. Το θέμα εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, γεγονός το οποίο παρότι δεν θα έπρεπε να οδηγήσει στο «πάγωμα» της εγκυκλίου, εντείνει την αβεβαιότητα. Αν τελικά επιβεβαιωθεί ο περιορισμός, θα υπάρξουν μειώσεις εισοδημάτων. Αν όχι, θα παγιωθεί μια πρακτική με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος.
Την ίδια στιγμή, αποφάσεις της Δικαιοσύνης δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει κρίνει ότι οι συντάξεις των δικαστικών λειτουργών δεν μπορούν να υπολείπονται του 60% των αποδοχών εν ενεργεία. Πρόκειται για μια απόφαση με ευρύτερες προεκτάσεις, καθώς ενδέχεται να αποτελέσει βάση για ανάλογες διεκδικήσεις και από άλλες κατηγορίες συνταξιούχων.
Ενα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η καταβολή διπλής εθνικής σύνταξης σε περιπτώσεις όπου ένας συνταξιούχος λαμβάνει τόσο σύνταξη από ίδιο δικαίωμα όσο και χηρείας. Παρότι εκδόθηκε εγκύκλιος από το υπουργείο Εργασίας που περιορίζει την ταυτόχρονη καταβολή δύο εθνικών συντάξεων, η εφαρμογή της δεν προχώρησε. Tο θέμα εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Παράλληλα, το ίδιο δικαστήριο έχει κρίνει αντισυνταγματική την Εισφορά Αλληλεγγύης για τα έτη 2017 και 2018, ανοίγοντας τον δρόμο για επιστροφές ποσών. Ωστόσο, η μη καθολική εφαρμογή αυτών των αποφάσεων οδηγεί σε άνιση μεταχείριση, καθώς μόνο όσοι προσφεύγουν δικαστικά φαίνεται να δικαιώνονται. Το Δημόσιο ως άλλος Πόντιος Πιλάτος, δεν αποφασίζει να δώσει λύση, μια και καλή, στο θέμα.
Σημαντικές καθυστερήσεις καταγράφονται και στον τομέα των αναπηρικών συντάξεων. Παρά τη σύσταση επανειλημμένων επιτροπών, δεν έχει ακόμη θεσπιστεί ένα ενιαίο πλαίσιο κανόνων – Ενιαίος Κανονισμός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα διαφορετικές πρακτικές και κρίσεις, ανάλογα με την περίπτωση, δημιουργώντας αίσθημα αδικίας στους ασφαλισμένους.
Την ίδια εικόνα παρουσιάζουν και βασικοί κανονισμοί, όπως ο Κανονισμός Παροχών Ασθένειας και ο Κανονισμός Ασφάλισης για μισθωτούς και μη μισθωτούς. Η καθυστέρηση στον εκσυγχρονισμό τους σημαίνει ότι το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί με παλαιούς ή αποσπασματικούς κανόνες, που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Πολλώ δε μάλλον, όταν ο ΕΦΚΑ επιδιώκει να δημιουργήσει ένα νέο, ενιαίο και σύγχρονο πληροφοριακό σύστημα.
Στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλισης, σε εκκρεμότητα βρίσκεται μια εξαγγελία που αφορά την εκ νέου μεταρρύθμιση για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, παρά τη σημασία της για τη βιωσιμότητα του συνολικού συστήματος. Η ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα θα μπορούσε να αποσυμφορήσει το δημόσιο σύστημα, ωστόσο οι καθυστερήσεις αναβάλλουν αυτή τη δυνατότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι περιπτώσεις επανυπολογισμού συντάξεων για ειδικές κατηγορίες, όπως οι συμβολαιογράφοι και οι ασφαλισμένοι του πρώην ΤΣΜΕΔΕ, έπειτα από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων διεκδικήσεων και αναδρομικών πληρωμών.
Παράλληλα, εκκρεμεί η επέκταση των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη συνταχθεί σχετικό πόρισμα. Η μη εφαρμογή του στερεί από εργαζομένους τη δυνατότητα ευνοϊκότερων όρων αμοιβής ή και συνταξιοδότησης.
Ανάλογα προβλήματα εντοπίζονται και στην αναγνώριση παράλληλου χρόνου ασφάλισης για παλαιούς συνταξιούχους, καθώς και στην αξιοποίηση του χρόνου εργασίας για συνταξιούχους αναπηρίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η απουσία σαφών και εφαρμοσμένων κανόνων οδηγεί σε καθυστερήσεις και αμφισβητήσεις.
Τέλος, η υπόθεση του εργοσήμου αγροτών ανέδειξε τον κίνδυνο αιφνιδιαστικών αλλαγών ερμηνείας της νομοθεσίας. Επειτα από εγκύκλιο του ΕΦΚΑ, ανατράπηκαν πρακτικές ετών, οδηγώντας σε καταλογισμούς εις βάρος ασφαλισμένων, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν για κάτι που μέχρι πρότινος εθεωρείτο νόμιμο.

