Είναι η «οικονομία των καφέ» ένα «βολικό στερεότυπο»;

Είναι η «οικονομία των καφέ» ένα «βολικό στερεότυπο»;

Με ενδιαφέρον διαβάσαμε το άρθρο των κ. Κικίλια και Ικκου στην «Κ» με τίτλο «Η “οικονομία των café”, ένα επιφανειακό αφήγημα», το οποίο βασίζεται σε πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ την οποία και συνυπογράφουν […]

4' 27" χρόνος ανάγνωσης

Με ενδιαφέρον διαβάσαμε το άρθρο των κ. Κικίλια και Ικκου στην «Κ» με τίτλο «Η “οικονομία των café”, ένα επιφανειακό αφήγημα», το οποίο βασίζεται σε πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ την οποία και συνυπογράφουν και στο οποίο επιχειρούν να αντικρούσουν αυτό που χαρακτηρίζουν ως «στερεότυπο» της «οικονομίας των καφέ». Αν και δεν την κατονομάζει, είναι σαφές ότι το εν λόγω άρθρο αναφέρεται στην πρόσφατη μελέτη μας με τίτλο «Η οικονομία των καφέ» (The Café Economy: Structural Transformation in Greece in the Wake of Austerity and “Reforms”). Για τον λόγο αυτό θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλουμε στη σχετική συζήτηση, διατυπώνοντας ορισμένες διευκρινίσεις.

Χαιρόμαστε που –σύμφωνα με τους ίδιους– η ανάλυσή μας έχει «παγιωθεί» στον δημόσιο διάλογο, αν και διαφωνούμε με τον χαρακτηρισμό της ως «βολικής», «απλουστευτικής» ή «επιφανειακής». Τα επιχειρήματά μας βασίζονται σε ενδελεχή και τεκμηριωμένη χρήση δεδομένων από συγκεκριμένες, διεθνώς αναγνωρισμένες πηγές (κυρίως τη Eurostat) και στη σχετική οικονομική βιβλιογραφία. Αντιθέτως, τα δεδομένα που επικαλούνται δεν προέρχονται από κάποια εξακριβωμένη πηγή· συνακολούθως, τα συμπεράσματα που εδράζονται σε αυτά δεν τεκμηριώνονται επαρκώς.

Ορισμένες από τις θεωρητικές θέσεις του άρθρου τους παρουσιάζουν επίσης προβλήματα, καθώς τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν δεν έχουν έρεισμα στην οικονομική βιβλιογραφία ή στην εμπειρία των χωρών της Ευρωζώνης και του υπόλοιπου κόσμου.

Ας εξετάσουμε τα επιμέρους επιχειρήματά τους.

Πρώτον, η παραγωγικότητα. Το εν λόγω άρθρο και η σχετική μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ ισχυρίζονται ότι η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, τα στοιχεία που παρουσιάζουν δεν προέρχονται από κάποια επαληθεύσιμη πηγή. Τα δικά μας στοιχεία, βασισμένα στα επίσημα δεδομένα Eurostat –που είναι προσβάσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο– καθώς και σε σχετικές εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καταλήγουν σε ουσιωδώς διαφορετικά συμπεράσματα.

Δυστυχώς, τα επίσημα αυτά στοιχεία δείχνουν ότι το 2024 –την τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα– η μέση παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας ήταν 17% χαμηλότερη σε σχέση με το 2009, πριν από την κρίση, αλλά και λίγο χαμηλότερη σε σχέση με το 2014, όταν το ΑΕΠ άρχισε να ανακάμπτει, και με το 2019, πριν από την πανδημία που οδήγησε σε μια σειρά από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη στήριξη των εθνικών οικονομιών (όπως το NextGenerationEU). Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η παραγωγικότητα παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα, αλλά ότι η ανάκαμψη του ΑΕΠ της τελευταίας δεκαετίας έχει συνοδευτεί από στασιμότητα, και ελαφρά υποχώρηση της παραγωγικότητας.

Δεύτερον, οι θέσεις εργασίας στα καταλύματα και στην εστίαση. Το άρθρο αμφισβητεί τον ισχυρισμό μας ότι σχεδόν οι μισές νέες δουλειές δημιουργήθηκαν στον κλάδο των καταλυμάτων και της εστίασης, λέγοντας ότι «δεν αντέχει σε αριθμητικό έλεγχο» και ότι η σχετική αύξηση αντιστοιχεί μόλις στο «ένα πέμπτο» των νέων θέσεων. Και εδώ δεν είναι ξεκάθαρο πώς καταλήγουν σε αυτό το νούμερο (το «ένα πέμπτο»). Δεν παραπέμπουν σε κάποια πηγή για τον υπολογισμό αυτό. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι από τις περίπου 740.000 θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν μετά το 2013 (όταν η απασχόληση έφτασε στο χαμηλότερο σημείο της κρίσης), οι περίπου 320.000 (δηλαδή το 43%) αφορούσαν τον κλάδο των καταλυμάτων και της εστίασης.

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το 2024 η μέση παραγωγικό- τητα της ελληνικής οικονομίας ήταν 17% χαμηλότερη σε σχέση με το 2009.

Τρίτον, οι εισαγωγές και η υποτιθέμενη υποεκτίμηση του ΑΕΠ. Το άρθρο επισημαίνει ότι για την περίοδο 2014-2021 οι εισαγωγές αυξήθηκαν γρηγορότερα από το ΑΕΠ και αποδίδει αυτό το φαινόμενο σε «σοβαρή στατιστική υποεκτίμηση του ΑΕΠ» από την ΕΛΣΤΑΤ. Πρόκειται για μια εικασία που δεν τεκμηριώνεται και που θα χρειαζόταν εξαιρετικά ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία για να γίνει αποδεκτή. Αντ’ αυτού, υπάρχει μια πολύ πιο απλή και στοιχειοθετημένη εξήγηση για τη γρήγορη αύξηση των εισαγωγών. Στατιστικά δεδομένα από διάφορες πηγές, όπως ο ΟΟΣΑ, δείχνουν ότι η λεγόμενη «περιεκτικότητα σε εισαγωγές» (import content) της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε μονάδα εγχώριας παραγωγής ή εξαγωγών, η ελληνική οικονομία χρειάζεται όλο και περισσότερες εισαγωγές. Μια τέτοια εξήγηση ενισχύει, δυστυχώς, το επιχείρημά μας ότι, παρά τις μεταρρυθμίσεις, το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας όχι μόνο δεν βελτιώθηκε αλλά επιδεινώθηκε.

Τέταρτον, το εμπορικό έλλειμμα και οι κεφαλαιακές εισροές. Τέλος, το άρθρο ισχυρίζεται ότι η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος τα τελευταία χρόνια δεν είναι πρόβλημα διότι αντανακλά την προθυμία ξένων επενδυτών να τοποθετηθούν τα κεφάλαιά τους στην ελληνική οικονομία. Η θέση αυτή παραπέμπει στην προ εικοσιπενταετίας αισιοδοξία ότι τα διογκούμενα τότε εξωτερικά ελλείμματα των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας δεν αποτελούσαν πρόβλημα, αλλά, αντιθέτως, απόδειξη ότι οι διεθνείς επενδυτές τις εμπιστεύονται. Σήμερα γνωρίζουμε καλύτερα. Γενικότερα, η οικονομική βιβλιογραφία δεν υποστηρίζει ότι ένα χρόνιο και διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα καθίσταται αβλαβές από μόνο και μόνο την παρουσία κεφαλαιακών εισροών. Αντιθέτως, η διεθνής εμπειρία υπενθυμίζει ότι οι κεφαλαιακές εισροές μπορούν να ανατραπούν απότομα (το λεγόμενο sudden stop) με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία, όπως η ίδια η Ελλάδα βίωσε με τον πλέον οδυνηρό τρόπο.

Χαιρόμαστε που η μελέτη μας έχει πυροδοτήσει μια ουσιαστική συζήτηση για το παραγωγικό υπόδειγμα της ελληνικής οικονομίας. Αυτό ακριβώς ήταν ο σκοπός της. Μια τέτοια συζήτηση απαιτεί τεκμηριωμένα δεδομένα, σαφείς παραπομπές και ακαδημαϊκή αυστηρότητα. Η μελέτη μας είναι δημοσιευμένη και τα δεδομένα μας είναι πλήρως τεκμηριωμένα και προσβάσιμα. Ελπίζουμε ότι ο διάλογος θα συνεχιστεί με βάση κοινά αποδεκτές πηγές και μεθοδολογική διαφάνεια.

*Ο κ. Μιχάλης Νικηφόρος είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Γενεύης.

*Ο κ. Χρήστος Πιέρρος είναι επίκουρος καθηγητής Οικονομικών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

*Οι κ. Βλάσης Μισσός και Νικόλαος Ροδουσάκης είναι ερευνητές, Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT