Για να συνεχιστεί η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα, θα πρέπει να ενισχυθούν οι μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα, ώστε να εξισορροπηθεί η απώλεια των πόρων από τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης. Είναι η εκτίμηση που μοιράζεται με την «Κ» ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Ματίας Κόρμαν. Παρότι αναγνωρίζει την πρόοδο που έχει επιτύχει η ελληνική οικονομία, υπογραμμίζει ότι η παραγωγικότητα βρίσκεται στο 64% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Επίσης, κάνει λόγο για «κληρονομιά χαμηλών επενδύσεων»· διαμορφώνονται στο 17% του ΑΕΠ έναντι 22% του ΑΕΠ στον ΟΟΣΑ. Αναφερόμενος στις «τουλάχιστον βραχυπρόθεσμες» επιπτώσεις από τον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, δηλώνει «συγκρατημένα αισιόδοξος» για την ικανότητα της Ευρώπης να αντιδράσει αποτελεσματικά, με οδηγό την εμπειρία από την κρίση της Ουκρανίας. Ο κ. Κόρμαν θα μιλήσει στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, στις 22-25 Απριλίου.
Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα βρίσκεται στο 64% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, οι επενδύσεις, αν και έχουν αυξηθεί, παραμένουν χαμηλά.
– Καθώς πλησιάζουμε στην ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, τίθενται εύλογα ερωτήματα για την επόμενη μέρα στην ελληνική οικονομία. Πώς αξιολογείτε τον αντίκτυπο του προγράμματος στην Ελλάδα και ποια είναι η δική σας εκτίμηση για τις προοπτικές ανάπτυξης χωρίς τους πόρους του Ταμείου;
– Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας υπήρξε βασικός μοχλός για την ισχυρή απόδοση της Ελλάδας μετά την πανδημία και τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης. Αυτό οφείλεται εν μέρει στις επενδύσεις που αποδεσμεύτηκαν από το σχέδιο, συνολικού ύψους περίπου 23 δισ. ευρώ από την έναρξη του σχεδίου τον Απρίλιο του 2021 μέχρι το τέλος του 2025. Εξίσου σημαντική είναι η δυναμική των μεταρρυθμίσεων που πυροδότησε το σχέδιο. Η Ελλάδα έχει προβεί σε σημαντικό αριθμό μεταρρυθμίσεων για την τόνωση του ανταγωνισμού και των επιχειρηματικών επενδύσεων, την ενίσχυση της λειτουργίας των αγορών εργασίας και την ενεργοποίηση της ψηφιακής και ενεργειακής μετάβασης. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των αυστηρότερων φορολογικών νόμων, της προώθησης των ηλεκτρονικών πληρωμών για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, της απλοποίησης της αδειοδότησης, καθώς και της ενισχυμένης διαφάνειας της αγοράς στις βιομηχανίες δικτύων, αποφέρουν ήδη απτά αποτελέσματα. Τα ισχυρότερα φορολογικά έσοδα έχουν στηρίξει την ταχεία μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, ο οποίος μειώθηκε από 183% το 2019 σε 154% το 2024, με περαιτέρω μείωση στο 134% που προβλέπεται για το 2027. Η Ελλάδα κατέγραψε επίσης ένα σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα ισοδύναμο με 4% του ΑΕΠ το 2024, πολύ πάνω από τον στόχο του 2,5%.
Μετά το τέλος του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας θα εξαρτηθούν από τη διατήρηση της δυναμικής των μεταρρυθμίσεων. Για να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο, θα πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητα. Παράλληλα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυξανόμενες μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές πιέσεις, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και των σημαντικών επενδυτικών αναγκών που συνδέονται με την ψηφιακή και ενεργειακή μετάβαση. Η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της φορολογικής βάσης, την ενδυνάμωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την αύξηση της παραγωγικότητας θα είναι κρίσιμη προκειμένου να διατηρηθεί το χρέος σε σταθερά φθίνουσα πορεία, επιτρέποντας παράλληλα μια ισχυρή, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.
Προτεραιότητα η μείωση των κανονιστικών βαρών
– Στον ΟΟΣΑ έχετε σταθεί στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα όσον αφορά την παραγωγικότητα της οικονομίας της. Πού εντοπίζετε τον πυρήνα του προβλήματος και, κατ’ επέκταση, τις βέλτιστες λύσεις;
– Η πρόκληση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα είναι μακροχρόνια. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας από το 2019 παρέμεινε κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Σήμερα διαμορφώνεται περίπου στο 64% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Η ανάλυσή μας δείχνει ότι αυτό το χάσμα παραγωγικότητας υπάρχει σε βασικούς τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης και της τεχνολογίας πληροφοριών, υποδεικνύοντας διαρθρωτικούς παράγοντες που εμποδίζουν την καινοτομία και την ανάπτυξη. Ενας σημαντικός παράγοντας είναι η κληρονομιά των χαμηλών επενδύσεων. Αν και έχουν αυξηθεί από 10,8% του ΑΕΠ στα μέσα του 2019 σε 17,7% στα μέσα του 2025, οι επενδύσεις στην Ελλάδα παραμένουν πολύ κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ –περίπου 22%– περιορίζοντας την υιοθέτηση της τεχνολογίας, ιδίως ανάμεσα στις πολλές μικρές επιχειρήσεις της χώρας. Η δημιουργία επιχειρήσεων ήταν επίσης χαμηλή, εξαιτίας της περιορισμένης πρόσβασης στη χρηματοδότηση, της έλλειψης δεξιοτήτων και των διοικητικών βαρών.
Πρέπει να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, να ενισχυθεί η φορολογική βάση και να ενδυναμωθεί το επιχειρηματικό περιβάλλον.
Η μείωση των κανονιστικών βαρών θα πρέπει να παραμείνει ύψιστη προτεραιότητα. Η Ελλάδα έχει σημειώσει πραγματική πρόοδο στη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος από το 2018, αλλά υπάρχει ακόμη αρκετό περιθώριο για απλούστευση των κανόνων στον τομέα των υπηρεσιών. Θα είναι σημαντικό να επιταχυνθεί η αναθεώρηση των κανονισμών που βρίσκονται σε ισχύ σε στενή συνεργασία με τις επιχειρήσεις και τα συνδικάτα, αξιολογώντας παράλληλα με μεγαλύτερη συνέπεια τις πιθανές επιπτώσεις των νέων κανονισμών. Η βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση για τις μικρές επιχειρήσεις και τις νεοσύστατες επιχειρήσεις παραμένει κεντρικής σημασίας. Η βελτίωση της ικανότητας του ελληνικού τραπεζικού τομέα να παρέχει χρηματοδότηση, σε συνδυασμό με το νέο πλαίσιο αφερεγγυότητας και τις πρόσφατες δικαστικές μεταρρυθμίσεις, θα πρέπει σταδιακά να διευκολύνει τις επιχειρήσεις να λαμβάνουν πίστωση και να προσαρμόζονται στις ταχέως μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες. Ταυτόχρονα, η τακτική αναθεώρηση των προγραμμάτων εγγύησης δανείων και των επιδοτούμενων προγραμμάτων δανεισμού θα βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι είναι αποτελεσματικά και προσφέρουν καλή αξία. Χρειάζονται, επίσης, περισσότερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των ελλείψεων και της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων. Η Ελλάδα θα πρέπει να βελτιώσει τόσο την ποιότητα όσο και τη συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων.
Χρειάζονται περισσότερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των ελλείψεων και της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων.
– Η Ελλάδα ανήκει στις ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν τις πιο έντονες δημογραφικές πιέσεις. Μπορεί η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην οικονομία να μειώσει την ανάγκη για εργατικό δυναμικό;
– Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πράγματι ιδιαίτερα ισχυρές δημογραφικές πιέσεις, λόγω των χαμηλών ποσοστών γεννήσεων, της μετανάστευσης πολλών νέων εργαζομένων κατά τη διάρκεια των ετών της κρίσης, και της ταχείας γήρανσης του πληθυσμού. Αυτές οι τάσεις ασκούν πίεση στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και αυξάνουν τη σημασία της αύξησης της παραγωγικότητας καθώς το εργατικό δυναμικό συρρικνώνεται. Η καινοτομία και η υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης, θα διαδραματίσουν βασικό ρόλο.
– Πώς αξιολογείτε τον αντίκτυπο του πολέμου της Μέσης Ανατολής στις ευρωπαϊκές οικονομίες; Μην ξεχνάμε ότι έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από άλλους παράγοντες, όπως οι δασμοί στο εμπόριο, η αποδυνάμωση του δολαρίου αλλά και η τάση αύξησης των αμυντικών δαπανών.
– Η πρόσφατη εμπειρία έχει δείξει ότι η Ευρώπη μπορεί να προσαρμοστεί γρήγορα και μας δίνει λόγους να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι. Η ταχεία και συντονισμένη αντίδραση στο ενεργειακό σοκ μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ιδιαίτερα η ταχεία διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού κατέδειξαν την ικανότητα της περιοχής να αντιδρά αποτελεσματικά σε σημαντικές διαταραχές.
Συνολικά, αυτές οι προκλήσεις ενισχύουν την επείγουσα ανάγκη προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Η εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς και των κεφαλαιαγορών παραμένει απαραίτητη. Η μείωση των κανονιστικών βαρών και η περαιτέρω ολοκλήρωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης θα βοηθούσαν στη μείωση του κόστους, στην υποστήριξη της καινοτομίας και του δυναμισμού των επιχειρήσεων και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Γενικότερα, η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η ενθάρρυνση της καινοτομίας και οι επενδύσεις σε ψηφιακές και ενεργειακές τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών θα βοηθήσουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να προσαρμοστούν σε μια πιο κατακερματισμένη παγκόσμια οικονομία και να γίνουν πιο ανθεκτικές σε μελλοντικούς κραδασμούς.

