Για «μία από τις εντυπωσιακότερες ιστορίες ανάκαμψης στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία», έπειτα από «μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις», αλλά και για προκλήσεις που παραμένουν, κάνει λόγο χθεσινό blog post στελεχών της «ομάδας Αθήνας» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που παρακολουθεί την ελληνική οικονομία στο πλαίσιο της μεταπρογραμματικής εποπτείας, με επικεφαλής τον Μάρτιν Μπάιστερμπος και αναπληρώτρια τη Δάφνη Μομφεράτου.
Οπως εξήγησαν στην «Κ» οι συγγραφείς, το ζητούμενο τώρα είναι το επόμενο βήμα μετά την ανάκαμψη, δηλαδή να αποκτήσει ανθεκτικότητα η ελληνική οικονομία. Το blog post επικεντρώνεται σε δύο βασικές προκλήσεις: 1. Τον τραπεζικό τομέα, όπου επισημαίνεται ότι ο μεγάλος αριθμός κόκκινων δανείων στα χέρια των servicers αποτελεί εμπόδιο στην επέκταση της χρηματοδότησης της οικονομίας και 2. Στην υστέρηση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων σε σχέση με το αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό. «Υψηλό δημόσιο χρέος, αδυναμίες στην ποιότητα των θεσμών, χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας και χαμηλή παραγωγικότητα δείχνουν ότι η ανάκαμψη της Ελλάδας παραμένει μια εν εξελίξει εργασία», σημειώνεται. Επίκαιρη είναι η επισήμανση ότι «απαιτείται προσεκτική διαχείριση των εξωτερικών κινδύνων, ειδικά στο τρέχον περιβάλλον γεωπολιτικής και εμπορικής αβεβαιότητας».
Tο ζητούμενο τώρα για την ελληνική οικονομία είναι το επόμενο βήμα, να αποκτήσει ανθεκτικότητα.
Με την κ. Μομφεράτου να έχει συμμετάσχει στην αντίστοιχη ομάδα της ΕΚΤ από την αρχή της κρίσης το 2012 και τον κ. Μπάιστερμπος να έχει αναλάβει επικεφαλής πριν από πέντε χρόνια, το άρθρο τους έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν είναι απλώς μια θεωρητική προσέγγιση, αλλά το αποτέλεσμα εμπειριών επί του πεδίου.
Για τις τράπεζες, το άρθρο σημειώνει ότι έχουν πραγματοποιήσει αξιοσημείωτη ανάκαμψη, πούλησαν 57 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων και έχουν βελτιώσει την κερδοφορία και τις κεφαλαιακές τους θέσεις. Ετσι, είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Επικαλείται, μάλιστα, στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και της AnaCredit της βάσης αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τα οποία η πρόσβαση στον δανεισμό των μικρομεσαίων και πολύ μικρών επιχειρήσεων έχει βελτιωθεί.
Το θέμα των δανείων που βρίσκονται στα χέρια των servicers είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, σύμφωνα με το άρθρο. Παρά το νέο πτωχευτικό πλαίσιο και τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, η πρόοδος ήταν βραδύτερη από την αναμενόμενη, με διαρθρωτικά και θεσμικά εμπόδια, κενά στο σύστημα πλειστηριασμών και καθυστερήσεις στα δικαστήρια να καθιστούν τη διαδικασία αργή. Το αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα με το άρθρο, να μένουν εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης νοικοκυριά και επιχειρήσεις με μη ρυθμισμένο χρέος.
Οπως εξηγούν οι συγγραφείς στην «Κ», το θεσμικό πλαίσιο υπάρχει, αλλά πρέπει να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα στον τρόπο εφαρμογής του.
Τα κόκκινα δάνεια που βρίσκονται στα χέρια των servicers είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις.
Πάντως, γράφουν ότι η ρύθμιση των δανείων που φεύγουν από το τραπεζικό σύστημα είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, όπως δείχνει και η εμπειρία των άλλων χωρών που επλήγησαν από την κρίση. Για την κάλυψη του κενού μεταξύ του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδας και της υπόλοιπης Ευρωζώνης, το άρθρο υποστηρίζει ότι «απαιτούνται περαιτέρω αλλαγές στο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας». Επικαλούνται στοιχεία του ΔΝΤ, σύμφωνα με τα οποία το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) θα φτάσει το 2030 μόλις το 70% του ευρωπαϊκού, περίπου όσο ήταν όταν υιοθέτησε το ευρώ. Οπως επισημαίνουν οι συγγραφείς στην «Κ», η Ελλάδα αναπτύσσεται μεν ταχύτερα από την Ευρωζώνη, αλλά πρέπει να επιταχύνει ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι σημαντικό, εξηγούν, για να αισθανθεί και ο κάθε Ελληνας πολίτης την πρόοδο που έχει γίνει στην οικονομία.
Σύμφωνα με το άρθρο, έχει γίνει πρόοδος: Οι επενδύσεις σε κατοικίες έχουν συγκριτικά μειωθεί, ενώ έχουν αυξηθεί αυτές των επιχειρήσεων και σε έργα υποδομών. Οι εξαγωγές έχουν αυξηθεί και όχι μόνο χάρη στον τουρισμό, αλλά και στα αγαθά. Αυτή η αλλαγή αποφέρει καρπούς. «Το κατά πόσον η Ελλάδα θα συνεχίσει να μειώνει το εισοδηματικό κενό εξαρτάται από το αν θα παραμείνει σταθερή στην πορεία: διατηρώντας τις επενδύσεις και τις εξαγωγές στο κέντρο του αναπτυξιακού της μοντέλου και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα για βιώσιμη σύγκλιση».
Το άρθρο επικαλείται στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία μετά το 2015 τα εμπόδια στο εμπόριο μεταξύ Ελλάδας και Ε.Ε. μειώθηκαν με διπλάσιο ρυθμό σε σύγκριση με το προηγούμενο διάστημα. Επίσης, επισημαίνουν ότι η Ελλάδα καθιερώνεται πλέον ως παίκτης, έστω μικρός, στις εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας βιομηχανικών προϊόντων. Παρ’ όλα αυτά, οι μισές περίπου εξαγωγές αφορούν τον τουρισμό, τη ναυτιλία και την ενέργεια, καθιστώντας τη χώρα ευάλωτη στα εξωτερικά σοκ. Απαιτείται διαφοροποίηση, επισημαίνουν, με επίκεντρο στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας.
Η ποιότητα των θεσμών –αφορά την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, την ποιότητα του θεσμικού πλαισίου, το κράτος δικαίου και τον έλεγχο της διαφθοράς– αναδεικνύεται επίσης ως πρόκληση, με την επίκληση απογοητευτικών στοιχείων της Παγκόσμιας Τράπεζας, που τοποθετούν την Ελλάδα στην τελευταία θέση στην Ε.Ε.
«Αν η Ελλάδα καταφέρει να αυξήσει την ποιότητα των θεσμών της στο επίπεδο της Ευρωζώνης», σημειώνει το άρθρο, θα μπορούσε να αυξήσει το μερίδιο των επενδύσεών της που κατευθύνονται σε κλάδους υψηλής τεχνολογία κατά περίπου πέντε ποσοστιαίες μονάδες».
Το άρθρο συνυπογράφουν οι Ντιέγκο Μοτσέρο, Μάρτα Ροντρίγκεζ Βίβες και Τζιάκομο Ποντζέτι, οι υπόλοιποι της «ομάδας Αθήνας» της ΕΚΤ.

