Λίντια ντε Πίλις / The New York Times
Στην Ιστορία των ΗΠΑ τρεις κατηγορίες συμβάντων έχουν οδηγήσει την οικονομία τους σε υφέσεις: οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις, τα πετρελαϊκά σοκ και οι πανδημίες. Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στοιχειοθετούν τη δεύτερη από αυτές τις συνθήκες και αν τα πράγματα πάνε άσχημα, ίσως και την πρώτη.
Πολλά θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια της σύρραξης και τη σοβαρότητά της. Αν υπάρξει κατάπαυση του πυρός την επόμενη εβδομάδα, θα επιστρέψουν στα φυσιολογικά επίπεδα οι εμπορικές συναλλαγές αρκετά γρήγορα. Αν, όμως, εξακολουθήσουν οι βομβαρδισμοί επί εβδομάδες ή μήνες, όπως υπαινίχθηκε ο πρόεδρος Τραμπ, ο οικονομικός αντίκτυπος θα είναι πολύ μεγαλύτερος και το κόστος για τους Αμερικανούς φορολογουμένους πολύ μεγαλύτερο. Και ιδού με ποιους τρόπους θα νιώσουν τις συνέπειες οι Αμερικανοί.
Δεν πρόκειται βέβαια για τη δεκαετία του 1970, όταν η κρίση στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε ελλείψεις καυσίμων και εκτόξευση του πληθωρισμού. Σήμερα η αμερικανική οικονομία δεν εξαρτάται τόσο από το πετρέλαιο χάρη στην αύξηση της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας αλλά και στην ανάπτυξη των σχιστολιθικών πετρελαίων. Σήμερα οι ΗΠΑ εξάγουν πετρέλαιο και πολλές αμερικανικές εταιρείες φυσικού αερίου έχουν σπεύσει να επωφεληθούν από την άνοδο των τιμών. Ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί και η Federal Reserve μάλλον δεν θα μειώσει τα επιτόκια τους επόμενους μήνες. Και ως συνήθως οι μικρές επιχειρήσεις θα πληγούν περισσότερο από την αύξηση των τιμών. Το ίδιο ισχύει και για τους καταναλωτές. Οι φτωχότεροι δαπανούν μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους στη βενζίνη και θα αναγκαστούν να μειώσουν άλλες δαπάνες. Δεδομένου ότι τα επίπεδα προσωπικής αποταμίευσης βρίσκονται στα χαμηλότερα των τελευταίων τριών ετών, ενώ οι περιπτώσεις μη αποπληρωμής πιστωτικών καρτών και δανείων για την αγορά αυτοκινήτων είναι στα υψηλότερα επίπεδα από τη Μεγάλη Υφεση, δεν έχουν μείνει περιθώρια.
Η σύγκρουση ξεκίνησε ενώ οι ΗΠΑ φέρουν ένα τεράστιο φορτίο χρέους και οι αξίες στο χρηματιστήριο είναι μάλλον υπερβολικές.
Σε ό,τι αφορά το εμπόριο που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, τα πλοία είχαν προ πολλού αλλάξει δρομολόγια για να αποφύγουν τις επιθέσεις από τους αντάρτες Χούθι. Αυτό που θα συμβεί τώρα θα είναι ότι θα αναβάλουν την επιστροφή τους στα Στενά. Στο μεταξύ, η αβεβαιότητα γύρω από το πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος και πόσο θα παραταθούν τα ρήγματα στο εμπόριο επηρεάζει τις βιομηχανίες καταναλωτικών ειδών, που έχουν αρχίσει να προμηθεύονται πρώτες ύλες προγραμματίζοντας την παραγωγή τους για την επόμενη περίοδο των Χριστουγέννων. Είναι, όμως, τόσο αβέβαιο το τοπίο με όλες αυτές τις ανατροπές σχετικά με τους δασμούς του Τραμπ, τους οποίους έσπευσε να αντικαταστήσει με άλλους όταν τους ακύρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, ώστε προκαλείται ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση στις εισαγωγικές εταιρείες, που δυσκολεύει τη λήψη αποφάσεων και τον προγραμματισμό τους.
Ποτέ δεν είναι ο κατάλληλος καιρός για να ξεκινήσει κανείς έναν πόλεμο με ανοικτή ημερομηνία λήξης. Τώρα όμως οι ΗΠΑ ξεκίνησαν έναν τέτοιο πόλεμο ενώ φέρουν ένα τεράστιο φορτίο χρέους, ενώ η οικονομία τους εξαρτάται υπερβολικά από έναν τομέα και οι αξίες στο χρηματιστήριο είναι μάλλον υπερβολικές. Παρά την υγιή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και τη χαμηλή ανεργία, οι φοροαπαλλαγές και οι εκτεταμένες δαπάνες στη διάρκεια της πανδημίας έχουν εξωθήσει το χρέος των ΗΠΑ σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Και τα υψηλά επιτόκια έχουν εκτοξεύσει στα ύψη το κόστος εξυπηρέτησής του. Από τη στιγμή που άρχισε ο πόλεμος, οι επενδυτές επιδόθηκαν σε μαζικές πωλήσεις ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, σε αντίθεση με αυτό που έκαναν σε άλλες περιόδους αστάθειας, οπότε τα αγόραζαν μαζικά θεωρώντας τα ασφαλή καταφύγια. Οπως τονίζει ο Ντέσμοντ Λάχμαν, συνεργάτης του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρήσεων, «οι ξένοι έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν για το κατά πόσον είμαστε αξιόχρεοι». Ο ίδιος προσθέτει πως στην περίπτωση αυτή «το τελευταίο που χρειάζεται είναι μια στρατιωτική επιχείρηση που θα απαιτήσει αύξηση των αμυντικών δαπανών».
Αν δεχθούν πλήγμα οι δείκτες του χρηματιστηρίου, μπορεί τότε να ακολουθήσει μεγάλη επιβράδυνση που θα προκαλέσει κύμα απολύσεων.
Και στο μεταξύ, η ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας έχει βασιστεί σε δυσανάλογο βαθμό στις επενδύσεις στα κέντρα δεδομένων και στην τεχνητή νοημοσύνη που αυτά εξυπηρετούν. Πολλά από αυτά έρχονται από την Ασία μέσω δαπανηρών αλλά και επικίνδυνων δρόμων. Αν κλονιστεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στη δυνατότητα λίγων εταιρειών τεχνολογίας να ανταποκριθούν στις προσδοκίες που έχουν καλλιεργήσει, ενδέχεται να δεχθούν πλήγμα οι δείκτες του χρηματιστηρίου που έχουν επικεντρωθεί στις μετοχές αυτών των εταιρειών. Μπορεί τότε να ακολουθήσει μεγάλη επιβράδυνση, που με τη σειρά της θα προκαλέσει κύμα απολύσεων. Με λίγα λόγια, τονίζει ο κ. Λάχμαν, «όταν τα δεις όλα μαζί, βλέπεις πως υπάρχει κίνδυνος αυτός εδώ ο πόλεμος να μας δημιουργήσει πολλά προβλήματα».
Ο αντίκτυπος στα ομόλογα

Σχολιάζοντας τον αντίκτυπο του πολέμου στα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, ο Ντέσμοντ Λάχμαν, του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρήσεων, επισημαίνει πως «οι ξένοι έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν για το αν είμαστε αξιόχρεοι» και προσθέτει ότι τώρα «το τελευταίο που χρειάζεται είναι μια αύξηση των αμυντικών δαπανών».
20%
αύξηση σημείωσε η τιμή του αμερικανικού αργού από την αρχή του πολέμου.
Ανησυχία για την κατανάλωση

Περιγράφοντας τη σύγχυση που προκαλείται στις εισαγωγικές επιχειρήσεις, ο Ντέιβιντ Γουόρικ, αντιπρόεδρος της Overhaul που διευκολύνει πελάτες στη διαχείριση των εφοδιαστικών αλυσίδων, τονίζει ότι «βρισκόμαστε στη φάση στην οποία κάθε σημαντικός παράγοντας μπορεί να καταφέρει καθοριστικό πλήγμα στην κατανάλωση».
4,17%
έχει φτάσει η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου.
Διεύρυνση ανισοτήτων

Ο Μάικλ Γκίντερ, αντιπρόεδρος ερευνών στην εταιρεία δεδομένων πιστωτικών καρτών Consumer Edge, διαπιστώνει πόσο ευάλωτοι είναι οι καταναλωτές χαμηλού εισοδήματος σε κάθε αύξηση της τιμής της βενζίνης και τονίζει πως «θα διευρυνθεί περαιτέρω η διαφορά ανάμεσα στα εισοδήματα σε ό,τι αφορά τις λιανικές πωλήσεις».

