Στον δημόσιο διάλογο για την ελληνική οικονομία έχει παγιωθεί ένα απλουστευτικό –και βολικό– αφήγημα: ότι η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε ένα παρωχημένο παραγωγικό υπόδειγμα, μια «μονοκαλλιέργεια» τουρισμού και εστίασης, που οδηγεί αναπόφευκτα σε χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη ανταγωνιστικότητα και διαρκή εμπορικά ελλείμματα. Η εικόνα «της Ελλάδας της καφετέριας» είναι εύληπτη και επικοινωνιακά ισχυρή. Οπως τεκμηριώνεται στην πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, «Η ελληνική οικονομία χωρίς στερεότυπα: παραγωγικό υπόδειγμα και τουρισμός», το αφήγημα είναι αναλυτικά εσφαλμένο, συγχέει λογιστικές ταυτότητες με οικονομική αιτιότητα και εντυπώσεις με δομικά χαρακτηριστικά.
Η κριτική ξεκινάει συνήθως από το υψηλό και διαχρονικό έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Αυτό παρουσιάζεται ως απόδειξη αποβιομηχάνισης και αδυναμίας εξαγωγών. Ομως, το εμπορικό ισοζύγιο δεν αποτελεί αυτόνομο δείκτη «παραγωγικής αποτυχίας». Είναι μέρος του ευρύτερου εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών. Οταν μια χώρα εμφανίζει μεγάλα πλεονάσματα στο ισοζύγιο υπηρεσιών και σημαντικές καθαρές εισροές κεφαλαίων, είναι αναπόφευκτο να διευρύνεται το εμπορικό έλλειμμα, ανεξάρτητα από το αν οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται λίγο ή πολύ, καθώς ενισχύονται τα εισοδήματα και η ζήτηση για εισαγωγές.
Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Τα πλεονάσματα υπηρεσιών –κυρίως λόγω του τουρισμού– αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ η χώρα προσέλκυσε καθαρές κεφαλαιακές εισροές. Το εμπορικό έλλειμμα που προκύπτει σήμερα χρηματοδοτείται από εξαγωγές υπηρεσιών και επενδυτικά κεφάλαια, όχι από ανεξέλεγκτο δημόσιο δανεισμό, όπως πριν από την κρίση. Η διαφορά είναι ποιοτική. Η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος μπορεί να συνυπάρχει με ενίσχυση των εξαγωγών αγαθών και της ανταγωνιστικότητας. Και πράγματι συνυπάρχει.
Από το 2009 έως σήμερα οι εξαγωγές αγαθών καταγράφουν σταθερούς και υψηλούς ρυθμούς αύξησης, σημαντικά υψηλότερους από εκείνους του ΑΕΠ και, σε πολλές περιπτώσεις, υψηλότερους από αντίστοιχες ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτό δεν συνάδει με την εικόνα μιας οικονομίας που αδυνατεί να ενταχθεί στις διεθνείς αγορές.
Η διεθνής ανταγωνιστικότητα –η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, που ενσωματώνει την παραγωγικότητα– έχει βελτιωθεί θεαματικά σε σχέση με το 2009. Η βελτίωση αυτή είναι ασύμβατη με το αφήγημα μιας οικονομίας εγκλωβισμένης σε χαμηλή αποδοτικότητα.
Η μεταποίηση δεν εξαφανίστηκε. Μετά το 2013 η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε με ρυθμό υψηλότερο από εκείνον του ΑΕΠ, ενώ η απασχόληση στον κλάδο ενισχύθηκε με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο από τη συνολική απασχόληση. Οι επενδύσεις σε μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό κατέγραψαν ισχυρή άνοδο. Στον αγροδιατροφικό τομέα, ένα διαχρονικά ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο μετατράπηκε σε πλεονασματικό. Αυτά είναι ενδείξεις αναδιάρθρωσης, όχι παρακμής.
Τι ισχύει, λοιπόν, για την περιβόητη «οικονομία των café»; Είναι γεγονός ότι η απασχόληση σε καταλύματα και εστίαση αυξήθηκε εντυπωσιακά την περίοδο 2013-2024. Ομως, η αύξηση αυτή αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν συνολικά. Η μεταποίηση αύξησε επίσης σημαντικά την απασχόλησή της, ενώ το σύνολο της οικονομίας δημιούργησε εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις. Ο ισχυρισμός ότι «οι μισές νέες δουλειές» δημιουργήθηκαν σε καφετέριες δεν αντέχει σε αριθμητικό έλεγχο.
Ο ισχυρισμός ότι «οι μισές νέες δουλειές» δημιουργήθηκαν σε καφετέριες δεν αντέχει σε αριθμητικό έλεγχο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο τουρισμός αναπτύχθηκε, αυτό είναι αναμφισβήτητο. Το ερώτημα είναι αν η αξιοποίηση ενός συγκριτικού πλεονεκτήματος συνιστά δομική παγίδα. Η οικονομική θεωρία και η διεθνής εμπειρία υποδεικνύουν ότι οι οικονομίες ενισχύουν την παραγωγικότητά τους όταν κατευθύνουν πόρους εκεί όπου διαθέτουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, όχι όταν τα απαρνούνται για λόγους κάποιας αφηρημένης ιδεολογικής καθαρότητας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στη συζήτηση περί παραγωγικότητας. Οι συχνά επικαλούμενοι αρνητικοί μέσοι ρυθμοί για την περίοδο 2008-2024 περιλαμβάνουν την πιο βαθιά ύφεση που γνώρισε ανεπτυγμένη οικονομία σε καιρό ειρήνης. Τα μεγέθη του ΑΕΠ το 2008-09 ήταν προϊόν μιας εκτεταμένης δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής «φούσκας», η οποία αναπόφευκτα κατέρρευσε. Η νοσταλγία για εκείνη την περίοδο δεν αποτελεί σοβαρό σημείο αναφοράς. Η κατάρρευση του ΑΕΠ μεταξύ 2009 και 2016, οι αλλεπάλληλες στατιστικές αναθεωρήσεις και οι αλλαγές στη μεθοδολογία εθνικών λογαριασμών παραμορφώνουν την εικόνα. Δεν πρόκειται για μια «κανονική» περίοδο από την οποία μπορούν να εξαχθούν δομικά συμπεράσματα.
Ενδεικτικά, την περίοδο 2014-2021 το ΑΕΠ εμφανίζεται να αυξάνεται με 0,6% ετησίως, ενώ οι εισαγωγές αυξάνονται με 5,5%, μια μακροοικονομική ασυμβατότητα που υποδηλώνει σοβαρή στατιστική υποεκτίμηση του ΑΕΠ. Σε περιόδους κανονικότητας (2017-19, 2021-25) η παραγωγικότητα αυξάνεται με αξιοσημείωτους ρυθμούς ετησίως, παρά την παράλληλη αύξηση της απασχόλησης.
Η εμμονή στην εικόνα «της Ελλάδας της καφετέριας» λειτουργεί τελικά ως αναλυτικό άλλοθι γιατί αποσπά την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα: λειτουργία των αγορών, θεσμική αποτελεσματικότητα, δημογραφικό, κατανομή των πόρων, περιορισμοί στην καινοτομία, κεφαλαιακές εισροές που διοχετεύονται σε μη παραγωγικές δραστηριότητες. Προβλήματα που περιορίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας και, τελικά, καθηλώνουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Η ανάγκη διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων και δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι δεδομένη. Ομως, άλλο πράγμα η αναγνώριση υπαρκτών προκλήσεων και άλλο η προσκόλληση σε στερεότυπα που αγνοούν τα δεδομένα. Τα συνθήματα δεν αποτελούν ανάλυση.
Μια νηφάλια και σοβαρή συζήτηση οφείλει να ξεκινάει, όχι από εύκολες ετικέτες, αλλά από τη συνεπή ανάγνωση των δεδομένων. Και αυτά δείχνουν μια οικονομία σε αρχική, ατελή, αλλά υπαρκτή διαδικασία μετασχηματισμού – όχι μια οικονομία εγκλωβισμένη στον καφέ της.
*Ο κ. Ηλίας Κικίλιας είναι γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ και ο κ. Αρης Ικκος επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ.

