Το παράδοξο έλλειψης εργαζομένων και χαμηλών μισθών

Το παράδοξο έλλειψης εργαζομένων και χαμηλών μισθών

Σε μια τυπική αγορά εργασίας, όταν η ζήτηση είναι υψηλή και η προσφορά περιορισμένη, οι μισθοί αυξάνονται μέχρι να επιτευχθεί ισορροπία. Σε μια τυπική αγορά. Οχι στην ελληνική, όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και οι εργοδότες δυσκολεύονται να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας

2' 46" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε μια τυπική αγορά εργασίας, όταν η ζήτηση είναι υψηλή και η προσφορά περιορισμένη, οι μισθοί αυξάνονται μέχρι να επιτευχθεί ισορροπία. Σε μια τυπική αγορά. Οχι στην ελληνική, όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και οι εργοδότες δυσκολεύονται να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας.

Αν και οι χαμηλοί μισθοί δεν αποτελούν τη μοναδική αιτία για τις ελλείψεις στην αγορά, αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα, όπως δείχνουν και τα στοιχεία που παρουσιάζει σήμερα η «Κ». Το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό καθώς η ελληνική οικονομία βασίζεται σε κλάδους έντασης εργασίας με περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας, γεγονός που συγκρατεί τις αμοιβές ακόμη και όταν η ζήτηση για εργαζομένους είναι αυξημένη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά τις επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις των εργοδοτών πως δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό σε πωλήσεις, εστίαση, ξενοδοχεία και τεχνικά επαγγέλματα, τα στοιχεία για τις αμοιβές δείχνουν μια διαφορετική εικόνα: οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και η άνοδός τους, σε βάθος χρόνου, είναι περιορισμένη.

Τα επίσημα δεδομένα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) που κατατέθηκαν στον ΟΜΕΔ, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού, αποτυπώνουν με σαφήνεια τη διαχρονική αυτή στασιμότητα, ακόμη και σε επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται «δυσεύρετα».

Το 2006, πριν από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές για τους απασχολουμένους στην παροχή υπηρεσιών και τους πωλητές ανέρχονταν σε 837,4 ευρώ (για πλήρη απασχόληση), ενώ οι ειδικευμένοι τεχνίτες λάμβαναν κατά μέσον όρο 906,5 ευρώ για πλήρη απασχόληση.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 2021, οι αντίστοιχες αποδοχές διαμορφώθηκαν σε 876,7 ευρώ για υπηρεσίες και πωλήσεις και 927,6 ευρώ για τεχνίτες. Δηλαδή, σε ονομαστικούς όρους, οι μισθοί παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμοι επί μία δεκαπενταετία, παρά τις βαθιές ανακατατάξεις στην αγορά εργασίας και την ανάκαμψη που ακολούθησε μετά το 2017.

Βέβαια, από το 2021 έως το 2024 καταγράφεται μια αισθητή αύξηση: οι εργαζόμενοι στην παροχή υπηρεσιών και στις πωλήσεις φθάνουν στα 998,6 ευρώ και οι ειδικευμένοι τεχνίτες στα 1.087,3 ευρώ.

Η βελτίωση είναι υπαρκτή, ιδίως σε σύγκριση με το 2021, ωστόσο συμπίπτει με μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων και σημαντικής ανόδου του κόστους ζωής.

Σε πραγματικούς όρους, η αγοραστική δύναμη δεν έχει ανακτήσει πλήρως τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ το μισθολογικό χάσμα με ανώτερες επαγγελματικές κατηγορίες παραμένει ευρύ. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ανώτερα διοικητικά και διευθυντικά στελέχη από 1.404,9 ευρώ το 2006 έφθασαν στα 1.831,5 ευρώ το 2021 και στα 1.807,8 ευρώ το 2024, διατηρώντας σχεδόν διπλάσιες αποδοχές από εκείνες των εργαζομένων σε υπηρεσίες και πωλήσεις.

Το παράδοξο αναδεικνύεται εντονότερα αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για ειδικότητες με υψηλή ζήτηση και σημαντικό αριθμό κενών θέσεων.

Στοιχεία της Eurostat για το 2024 δείχνουν ότι ο τομέας των πωλήσεων εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας (vacancy rate) στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με 8,4% των θέσεων να παραμένουν ακάλυπτες. Παράλληλα, πανελλαδικές έρευνες καταγράφουν πωλητές, σερβιτόρους, υπαλλήλους εξυπηρέτησης πελατών και τεχνίτες μεταξύ των ειδικοτήτων που οι επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δυσκολεύονται περισσότερο να στελεχώσουν.

Γιατί, λοιπόν, η αυξημένη ζήτηση δεν οδηγεί σε ανάλογη άνοδο των μισθών; Η απάντηση σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη δομή της ελληνικής οικονομίας.

Οπως διαπιστώνεται και στην πράξη, οι κλάδοι του τουρισμού, της εστίασης και του λιανικού εμπορίου χαρακτηρίζονται από μεγάλη παρουσία μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, με περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας και έντονο ανταγωνισμό τιμών.

Το μισθολογικό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα γενικευμένων αυξήσεων. Ταυτόχρονα, η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων την περίοδο της κρίσης συνέβαλε επίσης στη συγκράτηση των αμοιβών, ιδίως στις χαμηλότερες βαθμίδες.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT