Delivery –κυρίως έτοιμων γευμάτων και ροφημάτων–, διαχείριση Airbnb και rooms to let είναι η ανερχόμενη «νέα επιχειρηματικότητα» στην Ελλάδα, όπως αποκαλύπτεται από την ανάλυση των στοιχείων του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ), «επιχειρηματικότητα» που διασφαλίζει μεν θέσεις εργασίας, βραχύβιες στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αλλά ελάχιστα συνεισφέρει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια ώρα, βεβαίως, συνεχίζεται και η λεγόμενη «οικονομία του καφέ» (όπως πολύ εύστοχα χαρακτήρισαν το φαινόμενο στη σχετική μελέτη τους οι κ. Νικηφόρος, Μισσός, Πιέρρος και Ροδουλάκης), δηλαδή το άνοιγμα πολλών καταστημάτων μαζικής εστίασης, με μικρή διάρκεια ζωής και στόχο το πρόσκαιρο κέρδος.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ), την περίοδο 2020-2025 ιδρύθηκαν 10.488 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές υπηρεσίες. Μόνο το 2025 ιδρύθηκαν 4.578 επιχειρήσεις αυτής της κατηγορίας, έναντι 2.788 το 2024, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 65%. Μέχρι και το 2019 ο αριθμός ήταν διψήφιος (89 επιχειρήσεις), για να γίνει τριψήφιος το 2020 (151) και να αρχίσει να αυξάνεται ραγδαία από το 2022 κι έπειτα. Τι συμβαίνει και υπάρχει αυτή η θεαματική αύξηση επιχειρήσεων στον εν λόγω κλάδο; Εν προκειμένω οι αριθμοί λένε τη μισή αλήθεια. Στη συντριπτική πλειονότητά τους οι πάνω από 4.500 επιχειρήσεις είναι ατομικές και συγκεκριμένα πρόκειται για εργαζομένους που κάνουν διανομή έτοιμων γευμάτων (το γνωστό μας delivery) και επιλέγουν ή υποχρεώνονται –καθώς αυτό είναι η μοναδική σχέση εργασίας που παρέχεται από συγκεκριμένες ηλεκτρονικές πλατφόρμες– να εργάζονται ως «συνεργάτες» – ελεύθεροι επαγγελματίες, με το γνωστό μας «μπλοκάκι».
Μόνο το 2025 ιδρύθηκαν 4.578 επιχειρήσεις στις ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές υπηρεσίες, κυρίως από εργαζομένους που δουλεύουν σε πλατφόρμες delivery.
Στο σύνολο των ενεργών επιχειρήσεων όλων των κλάδων που συστάθηκαν το 2025, οι επιχειρήσεις με τον συγκεκριμένο ΚΑΔ (Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας), δηλαδή «Υπηρεσίες κατ’ οίκον παράδοσης τροφίμων (delivery)», αποτελούσαν το 6,19% του συνόλου, ποσοστό που κρίνεται ιδιαιτέρως υψηλό. Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τα τελευταία επικαιροποιημένα στοιχεία του ΓΕΜΗ, στο σύνολο των ενεργών επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως ημερομηνίας σύστασης, οι «επιχειρήσεις» διανομής φαγητού ανέρχονται σε 10.419, αντιστοιχώντας στο 1,78% του συνόλου των επιχειρήσεων στη χώρα. Αν σε αυτές προστεθούν και οι 1.973 επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες ταχυμεταφορών πολλαπλής φύσεως, τότε το ποσοστό του εν λόγω κλάδου υπερβαίνει το 2% στο σύνολο των ενεργών επιχειρήσεων.
Η βραχυχρόνια μίσθωση
Η άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα που γνωρίζει τεράστια άνθηση την τελευταία πενταετία είναι η διαχείριση ακίνητης περιουσίας, κυρίως λόγω της σύνδεσής της με την παροχή υπηρεσιών βραχυχρόνιας μίσθωσης επιπλωμένων διαμερισμάτων ή δωματίων, τύπου Airbnb. Φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια σε ημερήσια βάση, έχοντας συχνά πολλαπλούς παρεμφερείς ή αλληλοσυμπληρούμενους ΚΑΔ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΓΕΜΗ, την περίοδο 2020-2025 ιδρύθηκαν στην Ελλάδα 18.780 επιχειρήσεις στον κλάδο της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, με τις ιδρύσεις ανά έτος να πλησιάζουν πλέον στις 4.000 από 1.746 το 2019. Μαζί, δε, συνολικά με τις υπηρεσίες παροχής καταλύματος όλων των κατηγοριών, οι νέες ιδρύσεις την περίοδο 2020-2025 φτάνουν στις 32.661.
Στο σύνολο των ενεργών επιχειρήσεων όλης της χώρας, οι «επιχειρήσεις» διανομής φαγητού ανέρχονται σε 10.419, αντιστοιχώντας στο 1,78% του συνόλου.
Στο σύνολο των ενεργών επιχειρήσεων που συστάθηκαν εντός του 2025, οι επιχειρήσεις καταλυμάτων έφτασαν στις 2.979 ή 3,73% του συνόλου των νέων ενεργών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα αυτών αφορούν βραχυχρόνια μίσθωση επιπλωμένων διαμερισμάτων ή δωματίων και δη οι 2.436 νέες ενεργές επιχειρήσεις το 2025 από τις 2.979 ή περίπου το 82% αυτών.
Σε ανάπτυξη, εξάλλου, βρίσκονται οι επιχειρήσεις παροχής διοικητικών υπηρεσιών και γραμματειακής υποστήριξης, καθώς ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν εξωτερικούς συνεργάτες (outsourcing) για σειρά τέτοιων εργασιών. Ο αριθμός των νέων συστάσεων της συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρήσεων, που σε μεγάλο βαθμό είναι και ατομικές, καθώς παρέχονται συχνά από ελεύθερους επαγγελματίες ακόμη και εξ αποστάσεως, ανήλθε το 2025 σε 3.335, υπερδιπλάσιος από αυτόν του 2020.
Διαγνωστικά κέντρα
Σε άνθηση βεβαίως τα τελευταία χρόνια βρίσκονται και όλες οι επιχειρηματικές δραστηριότητες σε σχέση με την υγεία, από διαγνωστικά κέντρα μέχρι υπηρεσίες ασθενοφόρων και κέντρα κοινωνικής μέριμνας με ή χωρίς παροχή καταλύματος (μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, εξαρτημένων, ατόμων με αναπηρία κ.ο.κ.). Το 2025 ιδρύθηκαν 2.354 επιχειρήσεις αυτής της κατηγορίας, περισσότερες κατά 11,25% σε σύγκριση με το 2024, ενώ οι νέες ιδρύσεις κάθε έτος μέχρι και το 2020 αποτυπώνονταν με τριψήφιο αριθμό. Η εξέλιξη αυτή έχει τρεις βασικές ερμηνείες: πρώτον, την υποβάθμιση του ΕΣΥ που επήλθε στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, χωρίς ποτέ να αναπληρωθούν πλήρως οι απώλειες, με συνέπεια τη στροφή πολλών πολιτών σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και θεραπευτήρια· δεύτερον, τη μεγαλύτερη διείσδυση των ιδιωτικών ασφαλιστικών προγραμμάτων υγείας που συνδέονται με ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών υγείας· και τρίτον, τον νόμο του 2024 που επέτρεψε σε γιατρούς του ΕΣΥ να απασχολούνται και στον ιδιωτικό τομέα.

Εστίαση, ο κυρίαρχος του ελληνικού επιχειρείν
«Δεν θα γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης», είχε πει το 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου, προσδοκία που, όπως και πολλές άλλες οι οποίες διατυπώθηκαν από πολιτικούς τα τελευταία 45 χρόνια, δεν ευοδώθηκε. Παρά την ανάδυση και άλλων κατηγοριών υπηρεσιών, η εστίαση παραμένει ο κυρίαρχος τομέας στην ελληνική επιχειρηματική σκηνή, ακόμη και μετά τις διαδοχικές κρίσεις, με πιο σοβαρές την οικονομική της προηγούμενης δεκαετίας και την πανδημική στην αρχή της τρέχουσας δεκαετίας.
Ο δεύτερος μεγαλύτερος κλάδος, μετά το εμπόριο, από πλευράς αριθμού επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι αυτός των υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης, με τις συνολικά ενεργές επιχειρήσεις σήμερα να φτάνουν στις 144.514 ή στο 16,16% του συνόλου. Μάλιστα από αυτές, οι 102.791 αφορούν επιχειρήσεις εστίασης, αποτελώντας το 11,26% του συνόλου των ενεργών επιχειρήσεων.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το ότι ο ρυθμός ανάπτυξής τους παραμένει υψηλός. Το 2025 ιδρύθηκαν 7.365 νέες επιχειρήσεις εστίασης, περισσότερες κατά 8,18% σε σύγκριση με το 2024. Μάλιστα, ο αριθμός των νέων ιδρύσεων κατ’ έτος ξεπέρασε για πρώτη φορά τις 7.000 από το 2013. Το 71,60% του συνόλου των ενεργών επιχειρήσεων εστίασης αφορά ατομικές επιχειρήσεις.
Εκτός από τις πολλές νέες ενάρξεις επιχειρήσεων στην εν λόγω κατηγορία, έχουμε και πολλά «λουκέτα» κάθε χρόνο. Μάλιστα την τριετία 2023-2025 μπορεί να άνοιξαν συνολικά 20.596 επιχειρήσεις, έκλεισαν όμως την ίδια περίοδο 11.512 επιχειρήσεις εστίασης. Μάλιστα, το 65% των επιχειρήσεων εστίασης κλείνει πριν συμπληρώσει μία δεκαετία ζωής, με ένα ποσοστό της τάξης του 21% να «πεθαίνει» μέσα στην πρώτη διετία δραστηριοποίησης.
«Δεν θα γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης», διαλαλούσε το 1981 ο Ανδρ. Παπανδρέου, αλλά η εξέλιξη των πραγμάτων μάλλον τον διέψευσε.
Το μεγαλύτερο μερίδιο στις ενεργές επιχειρήσεις εξακολουθεί να έχει φυσικά το εμπόριο, λιανικό και χονδρικό, με το 25,83% του συνόλου ή 265.991 επιχειρήσεις να ανήκουν στον εν λόγω κλάδο. Το 2025 άνοιξαν 13.315 νέες εμπορικές επιχειρήσεις και έκλεισαν (σ.σ.: διεγράφησαν από το ΓΕΜΗ) 7.468. Το 56,37% των εμπορικών επιχειρήσεων κλείνει μέσα στην πρώτη δεκαετία, με ένα μάλιστα 4,55% να παύει να λειτουργεί πριν συμπληρώσει 12 μήνες ζωής.
Τα σχεδόν 2/3 του συνόλου των ενεργών επιχειρήσεων στην Ελλάδα αφορούν ατομικές επιχειρήσεις, ένα περίπου 11% είναι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες (ΙΚΕ), ενώ ανώνυμες εταιρείες είναι το 5,22% του συνόλου των ενεργών αυτή τη στιγμή επιχειρήσεων.
Ολες οι παραπάνω δραστηριότητες, από το delivery μέχρι τις πιο παραδοσιακές κατηγορίες του τριτογενούς τομέα παραγωγής, όπως είναι η εστίαση και το εμπόριο, συμβάλλουν σημαντικά στην απασχόληση, αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας, το 2024 το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παρέμεινε στο περίπου 52% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ενώ το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν ακόμη χαμηλότερο, δηλαδή 46% του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Ακόμη κι αν οι προβλέψεις για το 2026 είναι θετικές, καθώς η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να σημειώσει συνολική αύξηση 2,3% σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και 2% σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας το 2026 σε σύγκριση με το 2024, έναντι προβλεπόμενης αύξησης 1,6% και 1,3% αντιστοίχως στην Ευρωζώνη, η απόσταση παραμένει μεγάλη.
Το να γίνει βεβαίως η Ελλάδα χώρα με ισχυρό μεταποιητικό κλάδο είναι ανέφικτο για πολλούς λόγους, αν και κάτι τέτοιο αφενός θα ενίσχυε την παραγωγικότητα της οικονομίας και αφετέρου θα μείωνε το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Υπάρχουν υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, από την ανάπτυξη και την παροχή τεχνολογικών λύσεων ακόμη και για τον πρωτογενή τομέα, μέχρι υπηρεσίες που συνδυάζουν τις σύγχρονες ανάγκες με παραδοσιακές δραστηριότητες, όπως αυτές που σχετίζονται με τις υπηρεσίες για τη μακροζωία (ιατρική ακριβείας, προληπτική ιατρική).

