Τέλος στην περιπέτεια των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, που εξελίχθηκε σε παγίδα υπερχρέωσης για περίπου 38.000 οφειλέτες, επιχειρεί να βάλει η κυβέρνηση μέσα από τη διάταξη που ψήφισε στη Βουλή για τη μετατροπή δανείων ύψους 5,5 δισ. που είναι σήμερα οι οφειλές σε ελβετικό νόμισμα σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα ισοτιμία μετατροπής.
Πρόκειται για δανειολήπτες που πλήρωσαν ακριβά τη δήθεν ασφάλεια του ελβετικού νομίσματος, που από το 2009 και μετά άρχισε να ανατιμάται σταθερά έναντι του ευρώ, φθάνοντας σήμερα ένα ευρώ να ισούται με 0,94 ελβετικά φράγκα από 1,5 έως 1,6 όταν δόθηκαν τα περισσότερα από αυτά τα δάνεια, δηλαδή την περίοδο 2004-2008.
Την περίοδο εκείνη τα δάνεια αυτά εμφανίζονταν ως ελκυστική επιλογή για όσους ήθελαν να δανειστούν «φθηνά». Ο λόγος ήταν διπλός: αφενός τα επιτόκια της ελβετικής Κεντρικής Τράπεζας, που κινούνταν το 2004 σε μηδενικά σχεδόν επίπεδα, και αφετέρου η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, που κινούνταν τότε στην περιοχή του 1,5 έως 1,6.
Με απλά λόγια, όποιος κατέβαλλε ένα ευρώ για την αποπληρωμή της δόσης του, «έσβηνε» 1,5 ή και 1,6 ελβετικά φράγκα χρέους. Ο δανειολήπτης επωφελείτο έτσι διπλά: τόσο από το χαμηλό επιτόκιο όσο και από την ευνοϊκή ισοτιμία.
Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι ένα στεγαστικό δάνειο σε ελβετικό φράγκο είχε επιτόκιο περίπου στο μισό σε σχέση με ένα αντίστοιχο δάνειο σε ευρώ και έτσι οι μηνιαίες δόσεις ήταν αισθητά χαμηλότερες. Αυτό εξηγεί γιατί χιλιάδες νοικοκυριά επέλεξαν τη συγκεκριμένη λύση, συχνά χωρίς να αντιληφθούν πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν.
Το πρόβλημα ξεκίνησε από το 2009 και μετά, όταν το ελβετικό φράγκο άρχισε να ανατιμάται σταθερά έναντι του ευρώ, φθάνοντας σήμερα το ένα ευρώ να ισούται με 0,94 ελβετικά φράγκα από 1,5 έως 1,6 όταν δόθηκαν τα περισσότερα από αυτά τα δάνεια, δηλαδή την περίοδο 2004-2008.
Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει σταδιακά μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το ελβετικό φράγκο, λειτουργώντας ακριβώς ως «ασφαλές καταφύγιο», άρχισε να ανατιμάται σταθερά έναντι του ευρώ.
Σήμερα, με το ένα ευρώ να αντιστοιχεί σε 0,94 ελβετικά φράγκα, σημαίνει ότι ο δανειολήπτης δίνοντας ένα ευρώ «σβήνει» μόλις 0,94 ελβετικά φράγκα χρέους. Αρα το όφελος της ισοτιμίας έχει εξαφανιστεί και έχει μετατραπεί σε επιβάρυνση. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα στεγαστικού δανείου 100.000 ευρώ που χορηγήθηκε το 2004, με διάρκεια αποπληρωμής 30 ετών. Εάν το δάνειο αυτό ήταν σε ευρώ θα είχε επιτόκιο 4,5%, ενώ σε ελβετικό φράγκο το επιτόκιο ήταν περίπου το μισό, δηλαδή 2,25%. Το δάνειο των 100.000 ευρώ αντιστοιχούσε σε 160.000 ελβετικά φράγκα. Η μηνιαία δόση στο δάνειο ευρώ διαμορφωνόταν περίπου στα 507 ευρώ, ενώ στο δάνειο ελβετικού φράγκου στα 612 ελβετικά φράγκα, δηλαδή σε περίπου 382 ευρώ με την τότε ισοτιμία. Ο δανειολήπτης σε ελβετικό φράγκο πλήρωνε περίπου 125 ευρώ λιγότερα τον μήνα. Επειτα από περίπου 21 χρόνια αποπληρωμής –δηλαδή σήμερα– το υπόλοιπο ενός τέτοιου δανείου σε ευρώ θα είχε μειωθεί σε περίπου 45.000 ευρώ. Στην περίπτωση του ελβετικού φράγκου, το υπόλοιπο θα ήταν περίπου 60.000 ελβετικά φράγκα. Ομως, με τη σημερινή ισοτιμία, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 64.000 ευρώ.
Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν ο δανειολήπτης έχει πληρώσει κανονικά τις δόσεις του επί δύο δεκαετίες και έχει επωφεληθεί από το χαμηλότερο επιτόκιο, το ανεξόφλητο κεφάλαιο που «βλέπει» σήμερα σε ευρώ είναι σημαντικά υψηλότερο από εκείνο ενός αντίστοιχου δανείου σε ευρώ.
Ακόμη κι αν ο δανειολήπτης έχει πληρώσει κανονικά τις δόσεις του επί δύο δεκαετίες και έχει επωφεληθεί από το χαμηλότερο επιτόκιο, το ανεξόφλητο κεφάλαιο που «βλέπει» σήμερα σε ελβετικό φράγκο είναι σημαντικά υψηλότερο από εκείνο ενός αντίστοιχου δανείου σε ευρώ.
Το όφελος από το χαμηλό επιτόκιο εξακολουθεί να υπάρχει, καθώς το βασικό επιτόκιο της ελβετικής κεντρικής τράπεζας είναι σήμερα στο 0%, όταν το euribor κινείται κοντά στο 2%. Ωστόσο, η ανατίμηση του ελβετικού νομίσματος υπερκαλύπτει στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό το όφελος.

