Ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί διακαώς να τονώσει την εγχώρια παραγωγή. Η κυβέρνησή του επιβάλλει δασμούς στους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους για να ενθαρρύνει τις εταιρείες να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στις ΗΠΑ. Η ιστορία ωστόσο δείχνει ότι οι περίοδοι αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας συνδέονται συχνά με ασθενή οικονομική ανάπτυξη. Για παράδειγμα, οι μεταρρυθμίσεις του New Deal από τον πρόεδρο Ρούζβελτ τη δεκαετία του ’30 τελικά απέτυχαν επειδή αποθάρρυναν τις εταιρείες από νέες επενδύσεις. Ο Τραμπ κάνει το ίδιο λάθος.
Στο μυαλό του κοινού, ο Τραμπ και ο Ρούζβελτ δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί. Ο Ρεπουμπλικανός Τραμπ επικροτεί τις επιχειρήσεις, ενώ ο Δημοκρατικός Ρούζβελτ τις περιφρονούσε ανοιχτά. Ωστόσο, έχουν πολλά κοινά. Οπως ο σημερινός ένοικος του Οβάλ Γραφείου, ο Ρούζβελτ ήταν ένας σπουδαίος πολιτικός σόουμαν, ενώ απέκτησε πολλούς εχθρούς. Ενώ ο Τραμπ σήμερα αποδοκιμάζει τους υπέρμαχους της παγκοσμιοποίησης, οι μπαμπούλες του Ρούζβελτ ήταν η επιχειρηματική ελίτ και οι τιτάνες της Γουόλ Στριτ. Ο Ρούζβελτ πίστευε ότι με την ανατροπή της υπάρχουσας οικονομικής τάξης θα αναδυόταν μια πιο δίκαιη και ευημερούσα κοινωνία. Ορισμένες από τις οικονομικές αντιλήψεις του ήταν συμβατικές για την εποχή του, άλλες ήταν περίεργες. Για παράδειγμα, η γεωργική πολιτική του New Deal στόχευε να αυξήσει τα αγροτικά εισοδήματα μειώνοντας την παραγωγή τροφίμων σε μια εποχή που εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν στο όριο της φτώχειας. Ο Ρούζβελτ αρχικά κατέγραψε μερικά σημαντικά επιτεύγματα. Ωστόσο, οι οικονομικές πολιτικές του δεν είχαν την επιτυχία που υποθέτουν πολλοί σήμερα. Η ανεργία στις ΗΠΑ παρέμεινε υψηλή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, οι επενδύσεις ήταν περιορισμένες και η οικονομία είχε σκαμπανεβάσματα. Ο υπογράφων αποδίδει την αποτυχία του New Deal στην αβεβαιότητα που δημιούργησαν οι δύστροπες οικονομικές πολιτικές του Ρούζβελτ.
Την περασμένη εβδομάδα, ο δείκτης αβεβαιότητας οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ εκτοξεύτηκε στο υψηλότερο σημείο όλων των εποχών. Δεν είναι μόνο ότι ο Τραμπ με τους δασμούς του αντικρούει όλα όσα συμβουλεύουν οι οικονομολόγοι για το εμπόριο από την εποχή του Ανταμ Σμιθ, αλλά και η πικρή εμπειρία των αρχών της δεκαετίας του 1930, όταν οι εμπορικοί φραγμοί πολλαπλασιάστηκαν και το παγκόσμιο εμπόριο κατέρρευσε. Οι παρατηρητές αγωνίζονται να διακρίνουν το πολιτικό και οικονομικό σκεπτικό του Λευκού Οίκου για τους δασμούς, ενώ οι επενδυτές αναρωτιούνται τώρα ανοιχτά εάν η κυβέρνηση επιθυμεί να παραμείνει το δολάριο το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, ακόμη και αν το υπερπόντιο κεφάλαιο είναι ακόμα ευπρόσδεκτο στις ΗΠΑ.

