Πληθαίνουν τα σύννεφα πάνω από τη Γερμανία, λιγότερο από ένα μήνα πριν από τις κρίσιμες ομοσπονδιακές εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου, που θα καθορίσουν την πορεία της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης. Tο υπάρχον αναπτυξιακό μοντέλο είναι έπειτα από δεκαετίες «νεκρό» και οι πολιτικοί όλων των κομμάτων προσφέρουν ελάχιστες εναλλακτικές λύσεις, λένε οι αναλυτές, καθώς η χώρα εμμένει στις εξαγωγές, την ώρα που η Κίνα επιβραδύνει τις εισαγωγές και οι ΗΠΑ απειλούν με την επιβολή δασμών.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του Ινγκολστατ, της δεύτερης πλουσιότερης πόλης της Γερμανίας, όπου έχει την έδρα της η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Audi, που πλέον αναζητά τρόπους να εξοικονομήσει σχεδόν 100 εκατ. ευρώ. Είναι το ποσό που συνήθιζε να διοχετεύει ετησίως η αυτοκινητοβιομηχανία στα δημοτικά ταμεία της πόλης, πριν από ένα χρόνο όμως οι ροές σταμάτησαν. Τον Νοέμβριο, η θυγατρική της Volkswagen ανέφερε μείωση 91% στα λειτουργικά κέρδη για τους τρεις μήνες έως τον Σεπτέμβριο, ενώ έχει περικόψει χιλιάδες θέσεις εργασίας σε ολόκληρη τη Γερμανία. Η μεταποιητική βιομηχανία της Γερμανίας, η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο, συρρικνώνεται σταθερά εδώ και επτά χρόνια. Και η οικονομία της χώρας βυθίζεται, καταγράφοντας τη δεύτερη συνεχόμενη ετήσια συρρίκνωση από το 1951. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν έχει σχεδόν ισοπεδωθεί από το 2019, πριν από την έναρξη της πανδημίας, στη μεγαλύτερη περίοδο στασιμότητας από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και πλέον η Αμερική, «βαλβίδα ασφαλείας» μέχρι πρόσφατα, δεν θα βοηθήσει αυτή τη φορά, καθώς ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να διαταράξει το παγκόσμιο εμπόριο με σειρά δασμών που θα δημιουργούσαν φραγμούς στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά της Γερμανίας.
Για τους Γερμανούς, που ετοιμάζονται να εκλέξουν νέο κοινοβούλιο τον επόμενο μήνα, αυτό είναι ένα τρομακτικό «déjà vu» από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν η ανεργία έφτασε στο 12%, διπλάσιο από το σημερινό ποσοστό. Εκείνη την εποχή, το Βερολίνο θέσπισε αντιδημοφιλείς αλλαγές στην αγορά εργασίας που ενθάρρυναν περισσότερους ανθρώπους να βρουν δουλειά, συγκρατώντας ταυτόχρονα το επιχειρηματικό κόστος και ενισχύοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των εξαγωγέων, ανοίγοντας τον δρόμο για δύο δεκαετίες σταθερής ανάπτυξης. Η τρέχουσα κρίση, λένε οι οικονομολόγοι, είναι χειρότερη, επειδή αμφισβητεί τα ίδια τα θεμέλια του οικονομικού μοντέλου της Γερμανίας, που εξαρτάται από τις εξαγωγές. Στην προηγούμενη ύφεση, η οικονομία της Κίνας αναπτυσσόταν κατά περίπου 10% ετησίως, απορροφώντας αγαθά και τροφοδοτώντας το παγκόσμιο εμπόριο, σήμερα όμως η οικονομία της Κίνας αναπτύσσεται με το ήμισυ αυτού του ρυθμού και οι όγκοι του παγκόσμιου εμπορίου έχουν σταματήσει.
Χωρίς ταχέως αναπτυσσόμενες εξαγωγικές αγορές, το μοντέλο της Γερμανίας «είναι νεκρό», προειδοποιεί ο Τζέικομπ Κίρκεγκαρντ, συνεργάτης του Peterson Institute for International Economics, ωστόσο, λίγοι πολιτικοί εστιάζουν στις σημαντικές αλλαγές που απαιτούνται.
Η χώρα των 83 εκατ. κατοίκων αναπτύχθηκε στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο κατασκευάζοντας και εξάγοντας προϊόντα μηχανικής, από αυτοκίνητα και ρομπότ μέχρι τρένα και εργοστασιακά μηχανήματα, που ο πλανήτης ήθελε να αγοράσει. Τώρα, ο κόσμος γυρίζει την πλάτη του στο «made in-Germany» και η Γερμανία δεν έχει «plan B». Μέχρι πρόσφατα, οι συνέπειες από αυτό το αργό οικονομικό «κραχ» περιορίζονταν σε άρθρα εφημερίδων και ειδικές οικονομικές δημοσιεύσεις, με μικρό απτό αντίκτυπο στη ζωή των ψηφοφόρων. Φέτος όμως η κρίση έγινε πολιτική. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η οικονομία είναι η βασική ανησυχία των ψηφοφόρων πριν από τη μετανάστευση, την ασφάλεια και την κλιματική αλλαγή, ενώ η απερχόμενη κυβέρνηση του καγκελαρίου Ολαφ Σολτς είναι η πιο αντιδημοφιλής από το 1949. Παρ’ όλα αυτά, οι νέες ιδέες για την ενθάρρυνση των επενδύσεων και της κατανάλωσης, την τόνωση του εμπορίου εντός της Ευρώπης ή το άνοιγμα σε ταχέως αναπτυσσόμενους τομείς τεχνολογίας ή υπηρεσιών ουσιαστικά απουσιάζουν.
Ο Σολτς, του οποίου ο συνασπισμός κατέρρευσε τον Νοέμβριο λόγω εσωτερικών εντάσεων σχετικά με την οικονομική πολιτική, πίεσε την Ε.Ε. να υπογράψει νέες εμπορικές συμφωνίες. Αλλά και ο κεντροδεξιός Φρίντριχ Μερτς, που είναι φαβορί για να τον αντικαταστήσει, θέλει χαμηλότερους φόρους και λιγότερους κανονισμούς για τους κατασκευαστές.
«Η αποβιομηχάνιση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη», λέει ο Στέφαν Βολφ, πρόεδρος μιας ομάδας λόμπι για τον κλάδο, προσθέτοντας ότι πάνω από 300 δισ. ευρώ επενδυτικού κεφαλαίου έχουν «κάνει φτερά» από τη Γερμανία από το 2021. Δεκαετίες κρατικών υποεπενδύσεων άφησαν τη Γερμανία με μια εξαντλημένη υποδομή μεταφορών, τρένα που δεν λειτουργούν πλέον στην ώρα τους και ένα στρατό που είναι μια σκιά αυτού που ήταν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τον Μάιο, το ινστιτούτο IW και η δεξαμενή σκέψης IMK υπολόγισαν ότι η Γερμανία θα χρειαζόταν 600 δισ. ευρώ σε δαπάνες τα επόμενα δέκα χρόνια για να αντισταθμίσει το επενδυτικό της χάσμα, να εκσυγχρονίσει το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, να διορθώσει τα δίκτυα μεταφορών, να αναβαθμίσει το ηλεκτρικό της δίκτυο και να ψηφιοποιήσει τη δημόσια διοίκηση. Ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας δεν θα έχει στη διάθεσή του μήνα του μέλιτος.

