Συνέχιση της υπεραπόδοσης της Ελλάδας έναντι της Ευρωζώνης και φέτος προβλέπει η HSBC, προχωρώντας σε αναβάθμιση των εκτιμήσεών της για την ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, την τοποθετεί στο 2,2% από 1,7% πριν για το 2025, με στήριξη από την ταχύτερη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και τις περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ εκτιμά πως το 2026 η ανάπτυξη θα κινηθεί στο 2%. Πάντως, όπως προειδοποιεί, η ακόμα αδύναμη εξωτερική θέση της χώρας παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση και μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει η βρετανική τράπεζα, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται το τρίτο τρίμηνο του 2024, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,3% σε τριμηνιαία βάση, με στήριξη από το καθαρό εμπόριο λόγω των εξαγωγών που αυξήθηκαν και των εισαγωγών που συρρικνώθηκαν. Παράλληλα, η κατανάλωση συνέχισε να αυξάνεται για τέταρτο συνεχόμενο τρίμηνο, λόγω της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων, ενώ η δημόσια κατανάλωση και οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν. Οι επενδύσεις είναι τώρα 57,4% υψηλότερες από ό,τι πριν από την πανδημία, παρόλο που εξακολουθούν να είναι 25% χαμηλότερες από το επίπεδο του 2010, παρατηρεί η HSBC.
Οσον αφορά τον τουρισμό, η HSBC επισημαίνει ότι παραμένει ισχυρό στήριγμα της ελληνικής οικονομίας, τονίζοντας πως η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους 10 κορυφαίους ευρωπαϊκούς προορισμούς για το φθινόπωρο και τον χειμώνα 2024-2025. Οι αφίξεις και οι εισπράξεις τουριστών είναι 13% και 16% υψηλότερες, αντίστοιχα, σε σχέση με πριν από την πανδημία, όπως παρατηρεί.
Στο μέτωπο των δημοσιονομικών, η βρετανική τράπεζα σημειώνει πως το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε στο 2,1% του ΑΕΠ το 2023 και η κυβέρνηση αναμένει να βελτιωθεί περαιτέρω στο 2,5% το 2024, πριν σταθεροποιηθεί στη συνέχεια (στο 2,4% του ΑΕΠ), έχοντας ήδη επιτύχει διαρθρωτικό δημοσιονομικό πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τους νέους κανόνες της Ε.Ε. Ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ μειώνεται γρήγορα, με την κυβέρνηση να αναμένει ότι θα πέσει κάτω από το 150% μέχρι το τέλος του 2025, αφού κορυφώθηκε σε πάνω από 200% το 2020.
Οσον αφορά τους κινδύνους, η HSBC υπογραμμίζει για μία ακόμη φορά την αδύναμη εξωτερική θέση της Ελλάδας. Οπως σημειώνει, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει πολύ μεγαλύτερο από ό,τι πριν από την πανδημία και αναμένει ότι θα έχει επιδεινωθεί περαιτέρω το 2024 (6,9%), ιδίως λόγω της επιδείνωσης του ισοζυγίου αγαθών. Ενώ οι εξαγωγές έχουν καταγράψει καλές επιδόσεις από την περίοδο της πανδημίας (αύξηση 17%) οι εισαγωγές έχουν αυξηθεί πάνω από 30%, αναφέρει. Αυτό αντανακλά εν μέρει τη δύναμη των επενδύσεων και την ταχεία ανάκαμψη τομέων έντασης εισαγωγών όπως ο τουρισμός, όπως επισημαίνει. Ωστόσο η ανταγωνιστικότητα του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος της Ελλάδας επιδεινώνεται επίσης λόγω των ραγδαίων αυξήσεων των μισθών και του πληθωρισμού. «Με εξωτερικό χρέος άνω του 250% του ΑΕΠ, οι αυξανόμενες εξωτερικές ανισορροπίες ενέχουν ορισμένους κινδύνους και θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης της Ελλάδας», τονίζει η HSBC.

