Η μεταβατική ομάδα της νέας κυβέρνησης του εκλεγμένου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει αρχίσει να διερευνά τρόπους για μια δραστικότατη ενοποίηση, συρρίκνωση ή ακόμη και εξάλειψη των αρμοδίων εποπτικών αρχών για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ της αμερικανικής εφημερίδας The Wall Street Journal, η οποία επικαλείται έγκυρες πηγές, σε πρόσφατες συνεντεύξεις με πιθανούς υποψηφίους για την ηγεσία των τραπεζικών ρυθμιστικών φορέων, σύμβουλοι του Ντόναλντ Τραμπ και αξιωματούχοι του νεοσυσταθέντος υπουργείου Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας ρώτησαν, για παράδειγμα, εάν ο εκλεγμένος πρόεδρος θα μπορούσε να καταργήσει την ομοσπονδιακή υπηρεσία Ασφαλείας Καταθέσεων (FDIC). Οι σύμβουλοι ζήτησαν από τους υποψηφίους για το FDIC και το Γραφείο Ελέγχου Νομίσματος, εάν η ασφάλεια καταθέσεων θα μπορούσε στη συνέχεια να απορροφηθεί από το υπουργείο Οικονομικών. Βέβαια, θα πρέπει να επισημανθεί πως η οποιαδήποτε τέτοια κίνηση για εξάλειψη των προαναφερθεισών υπηρεσιών απαιτεί την έγκριση του Κογκρέσου. Αν και κατά τη θητεία τους οι προηγούμενοι πρόεδροι είχαν αναδιοργανώσει και μετονομάσει τους ομοσπονδιακούς φορείς, ουδέποτε η Ουάσιγκτον έκλεισε μια σημαντική υπηρεσία επιπέδου υπουργικού συμβουλίου και σπάνια κατήργησε οργανισμούς, όπως εκείνος της ασφαλείας καταθέσεων.
Τα στελέχη των τραπεζών, πάντως, αισιοδοξούν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα χαλαρώσει μια σειρά από κανονισμούς για την επάρκεια κεφαλαίων και την προστασία των καταναλωτών, καθώς και τον ενδελεχή έλεγχο των κινήσεων συσπείρωσης στον κλάδο με εξαγορές και συγχωνεύσεις. Πέραν τούτων, η υπηρεσία για τη θωράκιση των καταθέσεων θεωρείται σχεδόν ιερή. Οποιαδήποτε κίνηση η οποία θα απειλούσε να υπονομεύσει ακόμη και την αντίληψη για την ασφάλιση των καταθέσεων, θα μπορούσε γρήγορα να προκαλέσει σεισμικές δονήσεις στις τράπεζες και σε μια κρίσιμη περίσταση να γιγαντώσει τους φόβους των πελατών. Ειδικά, μάλιστα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι εξαιτίας της πτώχευσης πολλών τραπεζών το 2023, οι καταθέτες πανικοβλήθηκαν μήπως οι καταθέσεις τους δεν ήταν ασφαλείς σε μικρότερες τράπεζες. Πολλοί τότε κατέφυγαν στις μεγαλύτερες από τις μεγάλες τράπεζες, οι οποίες λογίζονται ως καίρια σημαντικές, ώστε ποτέ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μην τις άφηνε να χρεοκοπήσουν. Εκτοτε, οι τράπεζες ζητούν ευρύτερη διασφάλιση καταθέσεων για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους τα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα.
Τα στελέχη των τραπεζών αισιοδοξούν ότι κανονισμοί για την επάρκεια κεφαλαίων και την προστασία των καταναλωτών θα χαλαρώσουν.
Οι μέχρι τώρα συζητήσεις δείχνουν πόσο δραστική προσέγγιση θα είναι αυτή που θα μπορούσε να ακολουθήσει ο Τραμπ, αποσκοπώντας να μειώσει το μέγεθος της κυβέρνησης και να χαλαρώσει την εποπτεία, συμπεριλαμβανομένου του στενά ελεγχόμενου χρηματοπιστωτικού κλάδου. Πιθανοί υποψήφιοι για να αναλάβουν τον εποπτικό ρόλο επί των τραπεζών έχουν συνεντεύξεις με τον ορισθέντα για υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και το νέο υπουργείο, το αποκαλούμενο Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας, υπό τον Ελον Μασκ και τον Βίβεκ Ραμασουάμι. Ο μεγιστάνας Μασκ έχει ζητήσει και την κατάργηση του Γραφείου Οικονομικής Προστασίας των Καταναλωτών, μια υπηρεσία που οι Ρεπουμπλικανοί μισούσαν εδώ και καιρό. «Υπάρχουν πάρα πολλοί αλληλοεπικαλυπτόμενοι ρυθμιστικοί φορείς», είπε ο Μασκ. Οι σύμβουλοι του Τραμπ και οι πιθανοί υποψήφιοι έχουν εξετάσει και προτάσεις είτε για συνδυασμό είτε για αναδιάρθρωση των κύριων ρυθμιστικών Αρχών των τραπεζών, ήτοι της υπηρεσίας για την ασφάλεια καταθέσεων και τον έλεγχο του νομίσματος και της ίδιας της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ανέφερε η WSJ.
Ο βουλευτής Αντι Μπαρ, Ρεπουμπλικανός από το Κεντάκι και σύμμαχος του Τραμπ στην Επιτροπή Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων, έχει υποστηρίξει το σχέδιο για την εξάλειψη ή τη δραστική αλλαγή του Γραφείου Χρηματοπιστωτικής Προστασίας Καταναλωτών (CFPB), τονίζοντας πως θέλει να απαλλαγεί από ό,τι ο ίδιος αποκαλεί «ένα φάρμακο διά πάσαν νόσον». Είναι αξιοσημείωτο πως στις Ηνωμένες Πολιτείες οι τράπεζες έχουν μια σχέση αγάπης – μίσους, όταν πρόκειται για την επίβλεψη πολλών ρυθμιστικών Αρχών. Σε κάποιους αρέσει, στον βαθμό που τους επιτρέπει να επιλέγουν μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών, επιδιώκοντας πιο επιεική αντιμετώπιση. Συχνά, όμως, παραπονιούνται για ανάμεικτα μηνύματα και αντιφατικές αποφάσεις. «Θα μπορούσαμε να εξορθολογήσουμε το σύστημα ρυθμίσεως του τραπεζικού κλάδου», δήλωσε η πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας Καταθέσεων (FDIC) Σίλα Μπέαρ. «Αλλά είναι πραγματικά δύσκολο να γίνει». Πάντως, όπως προσέθεσε, μία πρόταση για την εξάλειψη μιας ρυθμιστικής Αρχής τραπεζών θα δυσκολευόταν ιδιαίτερα να εξασφαλίσει την αναγκαία στήριξη τόσο του ίδιου του κλάδου όσο και του Κογκρέσου. «Οι τράπεζες μπορεί να διαμαρτύρονται, αλλά στο τέλος της ημέρας τους αρέσει να έχουν τη δική τους ρυθμιστική Αρχή, με την οποία έχουν σχέση», συμπλήρωσε η Σίλα Μπέαρ στη Wall Street Journal. «Το συγκεκριμένο στάτους κβο τους ικανοποιεί».

