Τρεις δεκαετίες προτού τον επιλέξει ο Ντόναλντ Τραμπ για υπουργό Οικονομικών, ο Σκοτ Μπέσεντ συμμετείχε σε έναν πόλεμο κατά του χρηματοπιστωτικού συστήματος μιας άλλης χώρας. Ο 29χρονος τότε Μπέσεντ εργαζόταν για τον επενδυτή Τζορτζ Σόρος και τον βοήθησε να γονατίσουν τη στερλίνα, στοιχηματίζοντας 10 δισ. δολ. εναντίον της και χαρακτηρίζοντάς την υπερτιμημένη. Η βρετανική κυβέρνηση προσπάθησε τότε να στηρίξει το νόμισμα, αλλά δεν άντεξε την πίεση και η αξία της στερλίνας έπεσε κατακόρυφα. Η επενδυτική του Σόρος κέρδισε τότε πάνω από 1 δισ. δολ. έχοντας ενορχηστρώσει ένα από τα θρασύτερα στοιχήματα της Wall Street.
Οταν ανακοίνωσε τον διορισμό του ο Ντόναλντ Τραμπ, δεν αναφέρθηκε στη σχέση του Μπέσεντ με τον Σόρος. Ωστόσο ήταν η εμπειρία του στην επενδυτική του Σόρος που καθόρισε τη σταδιοδρομία του και σύμφωνα με τους πρώην συναδέλφους του αποτελεί το ισχυρότερο από τα εχέγγυά του. Ο Μπέσεντ, σήμερα 62 ετών, έχει ιστορία σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών ως διαπραγματευτής ή διευθύνων σύμβουλος σε hedge funds. Προσφάτως, πάντως, έχει κλονιστεί το κύρος του στη Wall Street. Το τελευταίο από τα δικά του hedge fund, το Key Square Capital, προσείλκυσε αρχικά 4,5 δισ. δολ. από επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων 2 δισ. δολ. από τον Σόρος, αλλά σήμερα διαχειρίζεται πολύ λιγότερα. Ενα άλλο που διαχειριζόταν ο ίδιος στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε αντίστοιχα απογοητευτική πορεία. Με τον Τραμπ και την οικογένειά του τον συνδέει φιλία δεκαετιών, αλλά επανασυνδέθηκαν μόλις πέρυσι.
Πρόσφατα δημοσίευσε δοκίμιό του με το οποίο υπεραμυνόταν της πολιτικής των δασμών.
Πρώην συνεργάτες του και συνάδελφοί του εγκωμιάζουν τη βαθιά γνώση του επί ιστορικών θεμάτων, χρηματαγορών και οικονομικών καταστροφών, και υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει καλύτερος για το υπουργείο Οικονομικών. Στα καθήκοντά του συγκαταλέγεται η έκδοση χρέους για τη χρηματοδότηση των λειτουργιών της κυβέρνησης, η προώθηση των φοροαπαλλαγών στο Κογκρέσο και οι διαπραγματεύσεις με την Κίνα και τις άλλες μεγάλες οικονομίες. Θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον αντίκτυπο που θα έχουν οι δασμοί στην οικονομία, στο δολάριο και στο έλλειμμα. Πρώην συνεργάτες του δήλωσαν πως δεν τον βλέπουν ως οπαδό του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ο Μπέσεντ έχει υποστηρίξει δημοσίως τα σχέδια του νεοεκλεγέντος προέδρου. Προ ημερών δημοσίευσε δοκίμιό του στο Fox News στο οποίο υπεραμυνόταν της πολιτικής των δασμών, επικαλούμενος την αύξηση των εσόδων, την προστασία των εγχώριων βιομηχανιών και τη λειτουργία τους ως «διαπραγματευτικού εργαλείου στις συνομιλίες με τους εμπορικούς εταίρους».
Οι άνθρωποι του στενού κύκλου του διερωτώνται, πάντως, πώς ακριβώς θα χρησιμοποιήσει την εμπειρία του στο υπουργείο Οικονομικών, που έχει 100.000 υπαλλήλους και πολύ μεγαλύτερο εύρος από οτιδήποτε έχει διαχειριστεί στο παρελθόν. Στο Soros Fund Management, όπου διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος επενδύσεων από το 2011 έως και το 2015, επόπτευε περίπου 320 υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων 120 υπεύθυνους επενδύσεων, και αυτός ήταν ο μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων που έχει χειριστεί. Δεν είναι ο μοναδικός υπουργός Οικονομικών του Ντόναλντ Τραμπ που έχει εργαστεί για τον Σόρος, παρά τις ακραίες ιδεολογικές διαφορές που χωρίζουν τον μεγαλοεπενδυτή από τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο. Στην πρώτη θητεία του Τραμπ διετέλεσε υπουργός Οικονομικών ο Στίβεν Μνούτσιν, που είχε απασχοληθεί στο fund του Σόρος για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στις αρχές της δεκαετίας του 2000, χωρίς, ωστόσο, να συμπέσει με τον Μπέσεντ.
Ο Μπέσεντ άρχισε τη σταδιοδρομία του στον χρηματοπιστωτικό κλάδο μετά την αποφοίτησή του από το Γέιλ, στο οποίο δίδαξε αργότερα σε πολλά τμήματα Οικονομικών και Επενδύσεων. Εργάστηκε στην επενδυτική τράπεζα Brown Brothers Harriman και βοήθησε μια οικογένεια Σαουδαράβων να διαχειριστεί τα κεφάλαιά της, προτού προσληφθεί στην εταιρεία του Σόρος το 1991. Και ήταν το Quantum Fund του Σόρος που τον έστειλε στο Λονδίνο, όπου ασχολήθηκε με την αγορά στέγης και διαπίστωσε πως ελάχιστοι Βρετανοί είχαν στεγαστικά δάνεια με σταθερό επιτόκιο. Προέβλεψε, έτσι, πως αν η Τράπεζα της Αγγλίας αποφάσιζε να αυξήσει τα επιτόκια, θα αυξανόταν και το κόστος για τους πολίτες, ενώ η χώρα βρισκόταν σε ύφεση. Εκείνη την εποχή η στερλίνα καθοριζόταν σε ένα φάσμα διακύμανσης ως προς το τότε γερμανικό μάρκο, στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών που προσπαθούσαν να ελαχιστοποιήσουν την αστάθεια στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Και όταν ο Σόρος και ο τότε υπεύθυνος επενδύσεων Στάνλεϊ Ντρακενμίλερ άρχισαν να σκέπτονται να στοιχηματίσουν κατά της στερλίνας, η αντίληψη που είχε ο Μπέσεντ για τη βρετανική οικονομία τους έδωσε την αυτοπεποίθηση να επιτεθούν στην Τράπεζα της Αγγλίας.

