Ο Σκοτ Μπέσεντ πέρασε τα τελευταία 40 χρόνια μελετώντας την οικονομική ιστορία. Ως ο νέος υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, τώρα θα έχει την ευκαιρία να αφήσει και εκείνος το σημάδι του στην ιστορία της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, και όχι μόνον.
Ως διαχειριστής hedge fund πρώτα στην εταιρεία του Τζορτζ Σόρος και αργότερα στη δική του, ο Μπέσεντ ειδικεύθηκε στο «macroinvesting», δηλαδή στην ανάλυση γεωπολιτικών καταστάσεων και οικονομικών δεδομένων με σκοπό την επένδυση στις μεγάλες τάσεις των αγορών. Ποντάροντας υπέρ και κατά νομισμάτων, επιτοκίων, μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, έβγαλε κέρδη δισ. δολαρίων.
Οπως γράφει η Wall Street Journal, θέλησε να αφήσει το γραφείο του και να μπει στην προεκλογική ομάδα του Ντόναλντ Τραμπ εν μέρει γιατί πιστεύει ότι η αμερικανική οικονομία ξεμένει από χρόνο στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη μέσω της ανάπτυξης.
Στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε μετά την ανακοίνωση της τοποθέτησής του στο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, ο Μπέσεντ δήλωσε ότι προτεραιότητα των πολιτικών του θα είναι να κάνει πράξη τις διάφορες προεκλογικές υποσχέσεις του Τραμπ για μειώσεις φόρων. Ανάμεσα σε αυτές ήταν η μονιμοποίηση των φορολογικών μειώσεων της πρώτης θητείας του, όπως και η κατάργηση της φορολόγησης στα φιλοδωρήματα, στα κοινωνικά επιδόματα και στην αμοιβή των υπερωριών. Θα εστιάσει επίσης στην επιβολή δασμών και στη μείωση των δαπανών, ενώ θα δώσει βάρος στη «διατήρηση του ρόλου του δολαρίου ως του νομίσματος παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεματικών». Ο Μπέσεντ έγινε ένας από τους πιο στενούς συμβούλους του Τραμπ δίνοντας βάθος στις οικονομικές προτάσεις του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών και μιλώντας υπέρ του σχεδίου του για πιο ακτιβιστικές εμπορικές πολιτικές. Αλλά και ο Τραμπ τον επέλεξε ανάμεσα σε αρκετούς υποψηφίους για τη θέση του υπουργού Οικονομικών, εν μέρει γιατί τον εμπιστεύεται για να υλοποιήσει τις πολιτικές της κυβέρνησής του, έγραψε η Wall Street Journal. Και αυτό παρότι ο Ελον Μασκ επέκρινε τον Μπέσεντ λέγοντας ότι πρόκειται για μια «επιλογή business as usual» και εκφράζοντας την προτίμησή του για τον CEO της Cantor Fitzgerald, Χάουαρντ Λούτνικ (στον οποίο τελικά ο Τραμπ έδωσε τη θέση του υπουργού Εμπορίου).
Πολλοί στη Wall Street, μεταξύ των οποίων οι διαχειριστές κεφαλαίων Ντάνιελ Λεμπ και Μπιλ Ακμαν, χειροκρότησαν την επιλογή του Μπέσεντ. Ο επενδυτής Κάιλ Μπας έγραψε στο X ότι αποτελεί την καλύτερη επιλογή.
Ατομα που έχουν συνεργαστεί μαζί του τον περιγράφουν ως έναν άνθρωπο συγκρατημένο και επαγγελματία. Κάποτε δίδασκε οικονομική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Yale, όπου είχε σπουδάσει και ο ίδιος, ενώ συχνά μελετούσε ξεχασμένες οικονομικές εξελίξεις για να σχηματίσει μια άποψη πάνω στην τρέχουσα συγκυρία.
«Θα έχουμε κάποιας μορφής μεγάλη αλλαγή της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων στην οικονομία», είπε ο Μπέσεντ σε μια εκδήλωση τον Ιούνιο. «Θα ήθελα να είμαι μέρος της. Το έχω μελετήσει αυτό».
Ο Μπέσεντ προσελήφθη από τη Soros Fund Management το 1991, όπου η έρευνά του γύρω από την αδυναμία της βρετανικής αγοράς κατοικιών αποτέλεσε τον καταλύτη πίσω από το θρυλικό trade της εταιρείας κατά της στερλίνας, που οδήγησε στην κατάρρευση του νομίσματος.
Από το 2011 έως το 2015 ήταν επικεφαλής επενδύσεων της Soros, βγάζοντας πάνω από 1 δισ. δολάρια σε κέρδη με επιτυχημένες επενδύσεις στην Ιαπωνία. Εφυγε για να ιδρύσει τη δική του εταιρεία hedge funds, την Key Square Capital Management, την οποία διατηρεί έως σήμερα.

