Στο 8,3% διαμορφώθηκε τον Απρίλιο ο ετήσιος πληθωρισμός στις ΗΠΑ, σημειώνοντας μικρή επιβράδυνση σε σχέση με τον Μάρτιο (8,5%), αλλά παραμένοντας κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 40 ετών. H επίδοση δε του προηγούμενου μήνα αποδείχθηκε υψηλότερη των εκτιμήσεων των αναλυτών, οι οποίοι περίμεναν ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα περιοριστεί στο 8,1%. Εξαιρώντας τους ευμετάβλητους κλάδους των τροφίμων (+9,4%) και της ενέργειας (+30,3%), ο λεγόμενος δομικός πληθωρισμός ανήλθε στο 6,2% (οι αναλυτές περίμεναν 6%).
Το κύμα ανατιμήσεων, αυτή τη στιγμή, αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας.
Σε επίπεδο μήνα, δηλαδή σε σύγκριση με τον Μάρτιο του 2022, ο γενικός δείκτης του Απριλίου ανήλθε στο 0,3% έναντι εκτίμησης 0,2%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 0,6% έναντι εκτίμησης 0,4%. Κι αυτό, μάλιστα, παρά το γεγονός ότι οι ενεργειακές τιμές σημείωσαν μηνιαία πτώση κατά 2,7% (6,1% στην τιμή της βενζίνης), η οποία ωστόσο «εξουδετερώθηκε» από την αύξηση κατά 0,9% στις τιμές τροφίμων. Το κύμα ανατιμήσεων, αυτή τη στιγμή, αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας, καθώς το πληθωριστικό πρόβλημα έχει επεκταθεί και πέραν των αντλιών βενζίνης ή των σούπερ μάρκετ. Ιδιαιτέρως αυξημένες τιμές παρατηρούνται τόσο στη στέγαση όσο και στις πωλήσεις αυτοκινήτων.
Ιδίως στον κλάδο της στέγασης, ο οποίος έχει υψηλή βαρύτητα στη διαμόρφωση του πληθωρισμού, ο δείκτης αυξήθηκε κατά 5,1% σε ετήσια βάση (η μεγαλύτερη επίδοση από τον Μάρτιο του 1991) και κατά 0,5% σε μηνιαία. Οπως αναφέρει το Reuters, το φαινόμενο του πληθωρισμού αποτελούσε πρόβλημα ήδη πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Καθώς οι οικονομίες άρχισαν να βρίσκουν τον βηματισμό τους μετά την επέλαση του κορωνοϊού, προκλήθηκαν αναταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις παντού στον κόσμο είχαν διαθέσει μεγάλο όγκο κεφαλαίων στην προσπάθειά τους να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης, ενώ οι κεντρικές τράπεζες μείωναν τα επιτόκια δανεισμού. O δε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, αναγνώρισε την περασμένη Τρίτη τον «πόνο» που ο υψηλός πληθωρισμός έχει προκαλέσει στις οικογένειες στην Αμερική, δηλώνοντας πως η μείωση των τιμών «αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα». Μέχρι στιγμής, η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ έχει αντιδράσει στο φαινόμενο, προχωρώντας σε δύο αυξήσεις επιτοκίων (από 0,25% σε 0,75%), ενώ έχει δεσμευτεί να συνεχίσει τη σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής έως ότου ο δείκτης τιμών επανέλθει κοντά στο 2%.

