Η σημαντική άνοδος που σημειώνουν οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, με το 10ετές να κινείται πλέον στο 3,4% και το spread στις 240 μονάδες βάσης, όταν μόλις το περασμένο καλοκαίρι το κόστος δανεισμού της Ελλάδας κινούνταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και στο 0,5%, έχει προκαλέσει ερωτήματα αλλά και ανησυχίες σχετικά με τη μελλοντική πρόσβαση της χώρας στις αγορές. Αναλυτές σημείωσαν στην «Κ» πως αποτελεί έναν περιορισμό για την πορεία της Ελλάδας προς την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας – καθώς αυτό αποδυναμώνει περαιτέρω τους όρους πρόσβασης στην αγορά και υπονομεύει τον ρυθμό μείωσης του δείκτη του δημόσιου χρέους.
Πίσω από την άνοδο των αποδόσεων, όχι μόνο των ελληνικών ομολόγων αλλά και όλων των τίτλων της Ευρωζώνης, με το 10ετές γερμανικό ομόλογο να «βλέπει» χθες την απόδοσή του να σκαρφαλώνει στο 1% για πρώτη φορά από το 2015, είναι κυρίως η στροφή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προς την ομαλοποίηση της πολιτικής της, με το ορατό πλέον τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης, του φθηνού και άπλετου δανεισμού και την αρχή των αυξήσεων των επιτοκίων ακόμα και εντός του γ΄ τριμήνου, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις.
Οι επιχειρήσεις
Η άνοδος των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων δεν είναι τόσο πιεστική από πλευράς δημόσιου χρέους λόγω του ευνοϊκού προφίλ του, ενώ δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως η Ελλάδα διαθέτει και υψηλά ταμειακά αποθέματα, όπως επισημαίνει ο Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής του ομίλου Τράπεζας Πειραιώς. Αντιθέτως, οι εκδόσεις των εταιρικών ομολόγων είναι πολύ πιο περιορισμένης διάρκειας και η ανάγκη αναχρηματοδότησής τους πολύ πιο ορατή στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, όπως τονίζει, η άνοδος των αποδόσεων επιβαρύνει το κόστος δανεισμού στο μέτρο και στον βαθμό που λήξεις υφιστάμενων ομολόγων, τραπεζικού και διακρατικού δανεισμού αλλά και νέες επενδυτικές / ταμειακές ανάγκες θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν με νέες εκδόσεις ομολόγων.
Στο 1% η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου για πρώτη φορά από το 2015 — Στο 3,4% του αντίστοιχου ελληνικού τίτλου.
Η Τράπεζα Πειραιώς στην ανάλυσή της προσεγγίζει την αύξηση ή μείωση του κόστους έκδοσης νέου χρέους ως προς το κόστος των υφιστάμενων ομολόγων με βάση τη διαφορά ανάμεσα στην τρέχουσα μεσοσταθμική απόδοση του δείκτη ομολόγων και στο τρέχον μεσοσταθμικό κουπόνι του ίδιου δείκτη. Το σκεπτικό είναι ότι η τρέχουσα απόδοση αντανακλά την απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές στην τρέχουσα χρονική στιγμή για να επενδύσουν σε ένα κρατικό ή εταιρικό ομόλογο. Αντιστοίχως, το κουπόνι του κάθε ομολόγου έχει άμεση συσχέτιση με την απόδοση που απαιτούσαν οι επενδυτές κατά τη στιγμή έκδοσής του. Συνεπώς η διαφορά μεταξύ των δύο προσεγγίζει ακριβώς την αύξηση ή μείωση του κόστους δανεισμού από τη στιγμή έκδοσης του ομολόγου έως σήμερα.
Οπως παρατηρεί, η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων έχει περιορίσει σημαντικά το όφελος αναχρηματοδότησης παλαιών εκδόσεων με νέα ομόλογα στις 66 μονάδες βάσης σε σχέση με ένα ιστορικά υψηλό επίπεδο οφέλους της τάξεως των 283 μονάδων βάσης που είχε καταγραφεί τον Δεκέμβριο του 2020. Αντιθέτως, η άνοδος των αποδόσεων των εταιρικών ομολόγων έχει διαμορφώσει ένα πολύ πιο απαιτητικό περιβάλλον αναχρηματοδότησης του εταιρικού χρέους, με το ισοζύγιο μεταξύ υφιστάμενου και νέου χρέους να έχει γείρει υπέρ του δεύτερου, με το μεσοσταθμικό κόστος έκδοσης νέου χρέους να κινείται στα επίπεδα των 80 μονάδων βάσης πάνω από το μεσοσταθμικό κόστος έκδοσης εταιρικού χρέους τα προηγούμενα χρόνια.
Εκτός από σημαντική άνοδο των αποδόσεων, η αλλαγή πλεύσης της ΕΚΤ έχει δημιουργήσει και στρεβλώσεις στην ελληνική καμπύλη, παρατηρεί από την πλευρά της η Société Générale, η οποία και προτείνει στους επενδυτές να εκμεταλλευτούν αυτή την εξέλιξη. Συγκεκριμένα, συνιστά την αγορά 5ετών ελληνικών ομολόγων με πώληση 15ετών ή 20ετών. Οπως σημειώνει, από τις 28 Μαρτίου τα 15ετή και 20ετή ελληνικά ομόλογα έχουν ακριβύνει, ενώ τα 5ετή έχουν γίνει φθηνότερα έπειτα και από την επανέκδοση του ομολόγου λήξης Απριλίου 2027 της περασμένης εβδομάδας. Ως αποτέλεσμα, έχει δημιουργηθεί στρέβλωση στην ελληνική καμπύλη (στο τμήμα 5-15 ετών και 5-20 ετών), με την τράπεζα να εκτιμά πως θα είναι προσωρινή, καθώς δεν βλέπει κανένα λόγο να τη δικαιολογεί, πέραν της χαμηλής ρευστότητας της αγοράς.

