Ο πόλεμος στην Ουκρανία ενίσχυσε τις ήδη υπάρχουσες πληθωριστικές πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Μέχρι τότε το πρόβλημα οφειλόταν κυρίως στην απότομη ανάκαμψη της παγκόσμιας ζήτησης –λόγω της άρσης των lockdowns και των επεκτατικών δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών– σε συνδυασμό με τη δυσκολία της προσφοράς να την ακολουθήσει. Η γενική πεποίθηση ήταν ότι ο πληθωρισμός θα ήταν παροδικός, ή τουλάχιστον ελεγχόμενος και η παγκόσμια οικονομία θα επέστρεφε στην προηγούμενη ισορροπία.
Από τη στιγμή που ξεκίνησε ο πόλεμος όλοι σπεύδουν να αναθεωρήσουν τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό προς τα πάνω και τις προβλέψεις για τη μεγέθυνση προς τα κάτω. Οι λόγοι είναι μάλλον προφανείς. Τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία είναι σημαντικοί παγκόσμιοι εξαγωγείς καυσίμων, τροφίμων και μετάλλων, δηλαδή εμπορευμάτων που αποτελούν εισροές σχεδόν σε κάθε παραγωγική διαδικασία. Αυτή τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε τη διάρκεια ούτε την ένταση του προβλήματος. Δεν γνωρίζουμε πότε και πώς θα τελειώσει ο πόλεμος ούτε πώς θα αντιδράσουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις. Το μόνο βέβαιο είναι πως στο τρέχον έτος ο πληθωρισμός θα είναι αισθητά υψηλότερος από όσο αναμέναμε.
Δημόσιες πολιτικές
Ομως η συζήτηση δεν είναι τεχνική αλλά πολιτική, καθώς ο πληθωρισμός δεν είναι μόνο πρόβλεψη αλλά πραγματικότητα. Ηδη τον Φεβρουάριο ο ελληνικός δείκτης τιμών κατέγραψε ετήσια αύξηση 7,2%. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης οφείλεται στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος (71,4%), του πετρελαίου θέρμανσης (41,5%) και του φυσικού αερίου (78,5%), ενώ η αύξηση των τιμών των τροφίμων ήταν κοντά στον γενικό μέσο όρο (7,1%). Το ερώτημα που προκύπτει και απασχολεί το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής συζήτησης είναι τι μπορεί να γίνει για αυτό, ποιες είναι, δηλαδή, οι κατάλληλες δημόσιες πολιτικές που θα περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις του φαινομένου. Το συμβατικό εργαλείο αντιμετώπισης του πληθωρισμού είναι η νομισματική πολιτική. Την Τετάρτη η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε το βασικό επιτόκιο κατά 0,25 μονάδες, στέλνοντας παράλληλα το μήνυμα ότι θα υπάρξουν και άλλες αυξήσεις το επόμενο διάστημα και την επόμενη ημέρα την ακολούθησε η Τράπεζα της Αγγλίας με ίδια αύξηση του βασικού επιτοκίου. Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι χώρες που απαρτίζουν την Ευρωζώνη έχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ τους στον ρυθμό ανάπτυξης, στο ύψος του δημοσίου χρέους και την εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας και άλλων πρώτων υλών. Μια αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να διαταράξει τις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων και να προκαλέσει προβλήματα στη χρηματοδότηση τόσο του δημοσίου όσο και γενικότερα της οικονομίας, ιδίως σε χώρες με υψηλό ποσοστό δημοσίου χρέους, όπως είναι η Ελλάδα.
Ομως η νομισματική πολιτική ελέγχει το επίπεδο ρευστότητας της οικονομίας και επηρεάζει το γενικό επίπεδο τιμών. Ο πληθωρισμός είναι ένας (σταθμισμένος) μέσος όρος που προέρχεται από διαφορετικά επίπεδα ανατιμήσεων σε διάφορες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών.
Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός πως δεν τους επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Κάποιες επιχειρήσεις θα καταφέρουν να διατηρήσουν τις πωλήσεις και τα έσοδά τους σταθερά, ίσως ακόμα και να τα αυξήσουν και κάποιες άλλες θα δυσκολευτούν να επιβιώσουν. Κάποια νοικοκυριά θα μπορέσουν να διατηρήσουν το καταναλωτικό τους επίπεδο, κάποια άλλα θα δυσκολευτούν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Επομένως, ο πληθωρισμός έχει ασύμμετρες επιδράσεις που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά η νομισματική πολιτική.
Εδώ προκύπτει η αναγκαιότητα των δημοσιονομικών παρεμβάσεων. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρησιμοποιήσουν δημόσιους πόρους ώστε να αντισταθμίσουν μέρος των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλεί ο πληθωρισμός. Η έκταση στην οποία μπορούν να το κάνουν εξαρτάται προφανώς από τους πόρους που μπορούν να αφιερώσουν, δηλαδή από τα δημοσιονομικά τους περιθώρια. Το πρώτο ερώτημα λοιπόν είναι πόσα μπορεί να διαθέσει μια κυβέρνηση για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Στην περίπτωση της Ελλάδας τα περιθώρια αυτά είναι σχετικά περιορισμένα εξαιτίας της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας και των ισχυρών επεκτατικών μέτρων –χωρίς αυστηρά κριτήρια– που εφαρμόστηκαν στη διάρκεια της πανδημίας.
Οι δυνατότητες
Με αυτό το δεδομένο προκύπτει ένα δεύτερο, πιο ουσιαστικό, ερώτημα που αφορά τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα των κρατικών παρεμβάσεων. Η δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί να εξαλείψει το βάρος του πληθωρισμού αλλά να το μοιράσει. Οι δημόσιοι πόροι προέρχονται από τη φορολογία, άρα η δυνατότητα του κράτους να προστατεύσει κάποιες κατηγορίες πολιτών εξαρτάται από τη δυνατότητά του να επιβαρύνει κάποιες άλλες κατηγορίες πολιτών. Αν θέλει να προστατεύσει εκείνους που πλήττονται περισσότερο, θα πρέπει παράλληλα να επιβαρύνει εκείνους που πλήττονται λιγότερο ή ευνοούνται. Με άλλα λόγια απαιτείται μια στόχευση, τόσο για εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης όσο και για εκείνους που μπορούν να χρηματοδοτήσουν αυτή τη στήριξη. Στις σημερινές συνθήκες τα περιθώρια παρέμβασης συρρικνώνονται όταν γίνονται παράλληλα μειώσεις φόρων που δεν σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος, όπως ο ΕΝΦΙΑ.
Αντίστοιχα, η αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης περιορίζεται από την απουσία ισχυρών ρυθμιστικών παρεμβάσεων στην αγορά, όπως η επιβολή ανώτατων τιμών (πλαφόν) στους παραγωγούς ενέργειας και καυσίμων. Τίποτα δεν είναι δωρεάν, όπως επαναλαμβάνουμε μονότονα οι οικονομολόγοι. Η απόπειρα να στηριχθούν όλοι χωρίς να επιβαρυνθεί κανείς μπορεί μόνο να καταλήξει στην αύξηση του δημόσιου χρέους που, ως γνωστόν, είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε. και από τα υψηλότερα στον κόσμο.
* Ο κ. Φραγκίσκος Κουτεντάκης είναι συντονιστής Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.

