Οι κυρώσεις εις βάρος της Ρωσίας εξαιτίας της εισβολής της στην Ουκρανία, οι οποίες σχεδιάστηκαν για να πλήξουν την πρώτη, θα επιφέρουν επίσης πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία. Μόνον και μόνον η προοπτική απαγόρευσης των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου από τη Δύση εκτίναξε την τιμή του πετρελαίου τύπου Brent στα 139 δολάρια στις αρχές της εβδομάδας, ήτοι στα υψηλότερα επίπεδά του από το 2008. Η άνοδος του κόστους στην ενέργεια και στα εμπορεύματα φανερώνει πως ο υψηλός πληθωρισμός είναι κάτι αναπόφευκτο.
Ωστόσο, η στασιμότητα της οικονομίας ή η ύφεση, το ένα από τα συστατικά του φάσματος του «στασιμοπληθωρισμού», είναι κάτι περισσότερο από αποτρέψιμο. Ειδικά η Ευρωζώνη είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα ρωσικά καύσιμα και, ως αποτέλεσμα, θεωρείται περισσότερο εκτεθειμένη στους κινδύνους του στασιμοπληθωρισμού. Ωστόσο, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να λογίζονται ως απρόσβλητες. Αναλυτές της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs εκτιμούν πως μια παρατεταμένη άνοδος 20 δολαρίων στις τιμές του «μαύρου χρυσού» θα αφαιρέσει από την αύξηση του ΑΕΠ της Ευρωζώνης 0,6 της ποσοστιαίας μονάδας κατά το τρέχον έτος. Εάν το φυσικό αέριο, που προέρχεται από τη Ρωσία, έπαυε να ρέει, τότε θα υποχωρούσε η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές. Αυτό, ουσιαστικά, θα εξάλειφε το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής διεύρυνσης, την οποία αναμένει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της του Φεβρουαρίου, αυτή θα έφθανε το 4% για το 2022.
Ποια εργαλεία έχουν στη διάθεσή τους οι κυβερνήσεις για να αποτραπεί.
Βέβαια, μια τέτοια έκβαση δεν θα αποδεικνυόταν τόσο κακή όσο η κατάρρευση της οικονομίας το 2020 εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού. Παράλληλα, δυνητικά οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να μετριάσουν τις επιπτώσεις από τους κραδασμούς, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το έπραξαν και προ διετίας. Μπορούν δηλαδή να θωρακίσουν τους φτωχότερους στην κοινωνία από την άνοδο των τιμών των τροφίμων και της θέρμανσης, αυξάνοντας τα επιδόματα ανεργίας και όσα δίδονται στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα. Οι υπουργοί Οικονομικών μπορούν να ελαττώσουν τους φόρους στην ενέργεια και στα τρόφιμα ή σε ένα εύρος καταναλωτικών αγαθών. Επιπλέον, έχουν την επιλογή να αναβάλουν την εφαρμογή φορολογικών αυξήσεων, όπως αυτές οι οποίες σχεδιάζονται για τον Απρίλιο από τον υπουργό Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ρίσι Σουνάκ. Οπερ σημαίνει πως αυτή τη δεδομένη στιγμή οι κυβερνήσεις βρίσκονται ενώπιον διαφορετικών προβλημάτων.
Πρώτον, ο υψηλός πληθωρισμός σημαίνει πως οι κεντρικές τράπεζες επί του παρόντος πρόκειται μάλλον να αυξήσουν τα επιτόκια για να υπάρξει σκλήρυνση των συνθηκών χρηματοδότησης, παρά να τα αποκλιμακώσουν. Δεύτερον, ο δημόσιος τομέας έχει ήδη επιβαρυνθεί με δανεισμό, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για να υποστηριχθούν τα μέτρα κατά του κορωνοϊού. Το δημόσιο χρέος στις προηγμένες οικονομίες το 2020 είχε εξακοντιστεί στο 122,7% του ΑΕΠ, αυξημένο σχεδόν κατά ένα πέμπτο από το αντίστοιχο του 2019.
Εκτοτε, έχει ελάχιστα μειωθεί, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τρίτον, υπάρχει και το κόστος της απραξίας: χαμηλότερη ανάπτυξη και άνοδος του δείκτη της ανεργίας θα σημάνει πως περισσότεροι άνθρωποι θα περιπέσουν σε οικονομική δυσπραγία, οπότε θα χρειαστούν υψηλότερα προνοιακά επιδόματα. Στο μεσοδιάστημα, οι κυβερνήσεις θα κληθούν να καταβάλουν το πολιτικό κόστος στις επόμενες εκλογές για τις υψηλές τιμές καυσίμων, εάν δεν αναλάβουν πρωτοβουλία. Πάντως, και το να αποδυθούν σε έτι υψηλότερο δανεισμό δεν θα είναι ευπρόσδεκτο. Το να αποτρέψει κανείς τον οικονομικό στασιμοπληθωρισμό μεταφράζεται στο ότι θα αποδεχθεί ακόμα περισσότερες κρατικές δαπάνες.

