Οι επιχειρήσεις εισήλθαν στην κρίση της πανδημίας με χρέη σε επίπεδα ρεκόρ, που συσσωρεύθηκαν μετά την κρίση του 2008, όταν τα επιτόκια ήταν χαμηλά. Στα τέλη του 2020 το εταιρικό χρέος είχε εκτιναχθεί στα 83 τρισ. δολάρια, ήτοι στο 98% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Οι προηγμένες οικονομίες και η Κίνα αντιστοιχούσαν στο 90% της αύξησης των 8,9 τρισ. δολ., που σημειώθηκε το 2020. Σήμερα, που οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου προβαίνουν σε αύξηση των επιτοκίων για να ελέγξουν τον πληθωρισμό, το κόστος εξυπηρέτησης του προαναφερθέντος χρέους θα αυξηθεί. Οι αδυναμίες των επιχειρήσεων θα αποκαλυφθούν όταν οι κυβερνήσεις θα αποσύρουν τα μέτρα στήριξης δημοσιονομικού χαρακτήρα, που αφορούσαν και τις ταλανιζόμενες εταιρείες στην έξαρση της κρίσης. Οι κυβερνήσεις βρίσκονται ενώπιον δύσκολων αποφάσεων ενόσω προσπαθούν να διαχειριστούν τους κινδύνους της ανάκαμψης και ίσως είναι αναγκαίο να συνεχίσουν τα μέτρα αρωγής προς εταιρείες που μπορούν μεν να ανακάμψουν, δεν μπορούν όμως να αντλήσουν πόρους από τις αγορές για να το κάνουν. Παράλληλα θα αποσύρουν τα μέτρα από μονάδες οι οποίες βρίσκονται σε τόσο δεινή θέση, ώστε είτε θα πρέπει να ρευστοποιηθούν είτε χρήζουν αναδιοργάνωσης.
Η οικονομική βοήθεια οφείλει να είναι περισσότερο εστιασμένη, όταν οι δυνατότητες χρηματοδότησης περιστέλλονται. Τα αποτελεσματικά συστήματα πτωχεύσεων καθιστούν τις οικονομίες περισσότερο ανθεκτικές, παραγωγικές και ανταγωνιστικές. Η ενίσχυση αυτών των συστημάτων είναι καίριας σημασίας διότι υπάρχουν μειονεκτήματα σε πολλά σημαντικά πεδία επί του παρόντος και οι χώρες ίσως θα πρέπει ταυτόχρονα να διαχειριστούν πολλά ζητήματα. Δεν υπάρχει πολύς χρόνος προετοιμασίας. Νέα έρευνα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εκτιμά τα αδύνατα σημεία των επιχειρήσεων και αξιολογεί το κατά πόσον είναι έτοιμες οι χώρες να διαχειριστούν μεγάλης κλίμακας αναδιοργανώσεις εταιρειών. Προτείνει ορισμένες αρχές ως κατευθυντήριες γραμμές στον σχεδιασμό της πολιτικής στήριξης των επιχειρήσεων που δύνανται να ανακάμψουν, και της διευκόλυνσης εκείνων που δεν μπορούν, ώστε να ανασυγκροτηθούν. Ειδικότερα, τα προγράμματα στήριξης θα πρέπει να διαθέτουν σαφείς στόχους και να καταπιάνονται με συγκεκριμένες αδυναμίες στην αγορά, όπως συνέβη στην Αυστραλία και τη Νορβηγία λόγου χάριν. Χρειάζονται ισχυρές δικλίδες ασφαλείας στη διακυβέρνηση και τη διαφάνεια, ώστε να μετριασθούν οι κίνδυνοι και να τεθεί εξαρχής ένα σαφές σχέδιο εξόδου. Επίσης, τα προγράμματα επιμερισμού των βαρών και αναδιάρθρωσης του χρέους θα πρέπει να κάνουν χρήση της πληροφορίας και των δεξιοτήτων των ιδιωτών πιστωτών, όπως στο Μεξικό κατά τη διάρκεια της κρίσης του πέσο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, και στη Γαλλία διαρκούσης της πανδημίας.
Τα δε συστήματα πτωχεύσεων θα πρέπει να προετοιμαστούν ούτως ώστε να δύνανται να διαχειριστούν υψηλό αριθμό περιστατικών. Οσες οικονομίες έχουν περιορισμούς δημοσιονομικής υφής και αναποτελεσματικά συστήματα πτωχεύσεων θα πρέπει να βασιστούν κυρίως σε εξωδικαστική ή υβριδική αναδιάρθρωση, όπου τα δικαστήρια διαδραματίζουν μικρό ρόλο, ώστε να διευκολύνουν τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε οφειλέτες και μεγάλους πιστωτές και αυτές να διενεργηθούν σύντομα. Παράλληλα θα πρέπει να ασχοληθούν με βαθύτερες μεταρρυθμίσεις σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ώστε τόσο το νομικό όσο και το θεσμικό πλαίσιο να αναβαθμιστούν. Τέλος, οι ισολογισμοί των τραπεζών θα πρέπει να διατηρηθούν υγιείς και να υπόκεινται σε κανόνες διαφάνειας. Μαζί με την αύξηση του μεριδίου τους σε κρατικά ομόλογα, οι ισολογισμοί τραπεζών καθίστανται ολοένα και πιο διασυνδεδεμένοι με εκείνους των κυβερνήσεων, φαινόμενο που σχετίζεται με τις κρίσεις χρέους.
* Η κ. Ceyla Pazarbasioglu είναι διευθύντρια του Τμήματος Στρατηγικής, Πολιτικής και Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η κ. Rhoda Weeks-Brown διευθύντρια του Νομικού Τμήματος του ΔΝΤ.

