Υπό κανονικές συνθήκες οι Ευρωπαίοι βάζουν κατά μέσον όρο σχεδόν το 12% των εισοδημάτων τους στην άκρη. Ωστόσο, καθώς οι οικογένειες έμειναν στο σπίτι στη διάρκεια της πανδημίας και τα προγράμματα επιδότησης της απασχόλησης στήριξαν τα εισοδήματά τους, κατόρθωσαν να αποταμιεύσουν πολύ περισσότερα. Το ποσοστό έφθασε σχεδόν 19% την περίοδο από το 2020 έως το 2021. Οπως φαίνεται από τις εκτιμήσεις μας, τα νοικοκυριά στις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης εξοικονόμησαν σχεδόν 1 τρισ. ευρώ περισσότερα από όσα θα εξασφάλιζαν άνευ πανδημίας μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αποταμίευσαν ποσό ρεκόρ, ισοδύναμο με το 8% του αθροιστικού ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Η οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας αυτής και ο δυνητικός πληθωρισμός θα ενισχύονταν σημαντικά, εάν οι καταναλωτές αποφάσιζαν να δαπανήσουν μέρος των υπερβολικών τους αποταμιεύσεων, ελαττώνοντας προσωρινά το ποσοστό εξοικονόμησης στα επίπεδα προ πανδημίας. Κι αυτό θα εναρμονιζόταν με το μοντέλο που συνήθως διαμορφωνόταν μετά τη λήξη παλαιότερων πανδημιών και δραματικών οικονομικών κρίσεων, οπότε τα νοικοκυριά αποταμίευαν ένα πολύ μικρότερο ποσοστό των εισοδημάτων τους από ό,τι έκαναν ιστορικά.
Ακόμα και μία μέτρια αύξηση στις δαπάνες, δηλαδή να χρησιμοποιηθεί σχεδόν το 1/3 της υπερβολικής αποταμίευσης για υψηλότερη κατανάλωση σε μία διετία, θα οδηγούσε σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες και του πληθωρισμού έως και κατά 0,75 της ποσοστιαίας μονάδας έως τα τέλη του δευτέρου χρόνου. Το ήμισυ των υπερβολικών αποταμιεύσεων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης είναι τοποθετημένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Κι αυτό σημαίνει πως, θεωρητικά μιλώντας, θα μπορούσαν εύκολα να φθάσουν στα χέρια των καταθετών και να δαπανηθούν, αφ’ ης στιγμής οι περιορισμοί της πανδημίας αρθούν. Συν τοις άλλοις, στην πλειονότητά τους οι αποταμιεύσεις έγιναν αναγκαστικά και όχι προληπτικά, όπως συνήθως συμβαίνει σε περιόδους ύφεσης, όταν οι άνθρωποι ανησυχούν για το μέλλον των εισοδημάτων τους – κι αυτό το χαρακτηριστικό δείχνει πως γρήγορα θα λάβουν τη μορφή δαπανών.
Παρά ταύτα, υπάρχουν τέσσερις λόγοι που υπαγορεύουν πως τα χρήματα αυτά δεν θα διοχετευθούν εσπευσμένα στην πραγματική οικονομία. Ο πρώτος έχει να κάνει με το ότι το είδος των εξόδων που αναγκάστηκαν τα νοικοκυριά να μην υλοποιήσουν μέσα στην πανδημία, δεν αντικαθίσταται εύκολα. Σχεδόν το 80% της συνολικής μείωσης δαπανών το 2020 προέρχεται από την περιστολή εξόδων στη φιλοξενία και τις μεταφορές. Οι καταναλωτές είναι σχεδόν αδύνατον να αντισταθμίσουν το σύνολο των ακυρωμένων αεροπορικών ταξιδιών, των γευμάτων σε εστιατόρια ή της διαμονής σε καταλύματα. Δεύτερον, οι υπερβολικές αποταμιεύσεις αφορούν κυρίως τους έχοντες υψηλά εισοδήματα. Στη Γαλλία, λόγου χάριν, 10% των πλουσιότερων νοικοκυριών αύξησαν την αποταμίευσή τους σημαντικά, ακόμα κι αν ορισμένες φτωχότερες οικογένειες τη μείωσαν, όπως δείχνουν τα δεδομένα της Τράπεζας της Γαλλίας. Συνήθως οι λαμβάνοντες υψηλές αποδοχές εξοικονομούν υψηλότερο ποσοστό από αυτές και δεν είναι πιθανό να το ξοδέψουν. Τρίτον, τα προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας σημαίνουν ότι πολλοί μπορεί και να δυσκολεύτηκαν να ξοδέψουν τις οικονομίες τους, ακόμα κι αν το ήθελαν. Ο μεγάλος χρόνος αναμονής για την παράδοση αγαθών και οι υψηλότερες τιμές καθιστούν δυσκολότερο για τους καταναλωτές να υποκαταστήσουν ό,τι συνήθως θα ξόδευαν σε υπηρεσίες με ενισχυμένες δαπάνες για προϊόντα. Τέλος, τέταρτον, η εξάπλωση της «Ομικρον» σημαίνει πως ενδεχομένως οι Ευρωπαίοι να υποχρεώθηκαν να κάνουν αποταμίευση για λίγο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
* Οικονομολόγοι του τμήματος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ΔΝΤ. Το άρθρο δημοσιεύεται στο ιστολόγιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

