Η Eurovision έχει ένα αφήγημα που επανέρχεται με κάθε ευκαιρία: ότι γεννήθηκε πριν από επτά δεκαετίες, για να φέρει πιο κοντά τις χώρες μιας ηπείρου που έβγαινε τραυματισμένη από τον πόλεμο, λειτουργώντας ως φάρος μέσα σε μια σκοτεινή περίοδο. Για πολλά χρόνια, ο διαγωνισμός μπορούσε πράγματι να υποστηρίξει πειστικά αυτόν τον ρόλο. Σήμερα όμως είναι σαφές ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εκείνη η εποχή έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Την τελευταία πενταετία, η Eurovision βρίσκεται αντιμέτωπη με διαδοχικές γεωπολιτικές εντάσεις, που δοκιμάζουν τα όριά της. Το 2021, η Λευκορωσία αποκλείστηκε έπειτα από επανειλημμένες συμμετοχές που παραβίαζαν τους κανόνες περί πολιτικού περιεχομένου. Έναν χρόνο αργότερα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε στον αποκλεισμό της Ρωσίας, ενώ η Ουκρανία, παρότι νικήτρια, δεν μπόρεσε να φιλοξενήσει τον διαγωνισμό το 2023.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο θεσμός είχε καταφέρει να διατηρήσει σχεδόν αλώβητο τον χαρακτήρα και τον ρόλο του. Και αυτό χάρη στην πολιτική συναίνεση της Ευρώπης, η οποία υπήρξε ομόφωνα υποστηρικτική προς την Ουκρανία και ενάντια στη Ρωσία, καθώς και χάρη σε μια κοινότητα θαυμαστών που συμμεριζόταν την ίδια άποψη. Οι αργές διαδικασίες της ΕBU μπορεί να δυσχέραναν τη διαχείριση αυτών των κρίσεων, ωστόσο ο διαγωνισμός κατάφερνε κάθε φορά να ισορροπεί και να συνεχίζει την πορεία του. Μέχρι που, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, το Ισραήλ εισέβαλε στη Γάζα.
Η υπόθεση «Γιουστ Κλάιν»
Ύστερα από χρόνια σχετικά ασφαλούς και προβλέψιμης διαχείρισης των πολιτικών ισορροπιών, ο διαγωνισμός βρέθηκε ξαφνικά παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες πραγματικότητες. Σε επίπεδο κρατών, η Ευρώπη διατήρησε τη στρατηγική της ευθυγράμμιση με το Ισραήλ, με τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς να συσπειρώνονται σε μεγάλο βαθμό γύρω από τους ισραηλινούς ομολόγους τους. Την ίδια στιγμή, η φιλελεύθερη και διεθνιστική κοινότητα των φαν της Eurovision διχάστηκε, με την πλειονότητα να αντιδρά στη στάση του Ισραήλ στη Γάζα και να ζητά τον αποκλεισμό του από τον διαγωνισμό. Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακής διαχείρισης: μια πορεία που κατάφερε να αποξενώσει σχεδόν τους πάντες, ανεξαρτήτως πολιτικής ή κοινωνικής τοποθέτησης, και να αναδείξει με τον πιο σαφή τρόπο ότι, στη σημερινή τους μορφή, οι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων της Eurovision δεν επαρκούν.

Τα τρία χρόνια που ακολούθησαν το επιβεβαίωσαν. Το 2024, ο διαγωνισμός έδειξε πλήρως απροετοίμαστος απέναντι στις πολιτικές συνέπειες και τις εντάσεις που αναπόφευκτα θα συνόδευαν τη συμμετοχή του Ισραήλ, ενώ η ισραηλινή αποστολή δεν βοήθησε την κατάσταση: ύστερα από μια σειρά καταγγελιών για μη εξουσιοδοτημένες βιντεοσκοπήσεις και παρενοχλήσεις, απομακρύνθηκε από το delegation bubble (ο χώρος όπου βρίσκονται οι αποστολές εντός της αρένας), τοποθετήθηκε σε ξεχωριστό σημείο και έλαβε γραπτή προειδοποίηση.
Όλα αυτά συνέβησαν χωρίς να υπάρξει ενημέρωση των υπόλοιπων αποστολών ή των δημοσιογράφων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η υπόθεση έκλεισε ουσιαστικά χωρίς συνέπειες. Η υποβόσκουσα δυσαρέσκεια φούντωνε μέρα με τη μέρα. Και όταν ο Ολλανδός καλλιτέχνης Γιουστ Κλάιν αποκλείστηκε για διαφορετικό περιστατικό, η ένταση αυτή ξέσπασε σχεδόν ανοιχτά, με καλλιτέχνες και αποστολές να αντιδρούν οργισμένα απέναντι σε αυτό που εξέλαβαν ως «δύο μέτρα και δύο σταθμά».
Μετά τον διαγωνισμό εκείνης της χρονιάς, ανατέθηκε η σύνταξη μιας έκθεσης με προτάσεις αλλαγών, διαδικασία που πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου κεκλεισμένων των θυρών, παρότι αφορά έναν θεσμό που, εν τέλει, χρηματοδοτείται από το κοινό. Ως αποτέλεσμα, θεσπίστηκε ένας εκτενής νέος Κώδικας Δεοντολογίας για το 2025. Η εφαρμογή του περιόρισε τα εμφανή περιστατικά παραβίασης κανονισμών στον χώρο της διοργάνωσης, χωρίς όμως να αγγίξει τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης. Έτσι, όσο πλησίαζε ο διαγωνισμός του 2025, οι ίδιες ακριβώς ενστάσεις γύρω από τη συμμετοχή του Ισραήλ επανήλθαν στο προσκήνιο.

του διαγωνισμού το 2024. Σύμφωνα με την αστυνομία, ήταν μια απειλητική συμπεριφορά απέναντι σε μια εικονολήπτρια. (Φωτογραφία: AFP / VISUALHELLAS.GR)
Μια ύποπτη βαθμολογία
Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, διαφημίσεις κόστους εκατομμυρίων, χρηματοδοτούμενες από την Κρατική Διαφημιστική Υπηρεσία του Ισραήλ, εμφανίστηκαν την εβδομάδα του διαγωνισμού, προωθώντας την Ισραηλινή καλλιτέχνιδα και δίνοντας έμφαση στο ότι κάθε θεατής μπορεί να ψηφίσει έως και είκοσι φορές. Και, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, το Ισραήλ απέσπασε από το κοινό μια ιδιαίτερα υψηλή, μα όχι τόσο πειστική βαθμολογία. Ωστόσο, οι διοργανωτές επέμειναν ότι το αποτέλεσμα της τηλεψηφοφορίας ήταν απολύτως έγκυρο και ότι οι μηχανισμοί εντοπισμού παρατυπιών παραμένουν επαρκείς και αποτελεσματικοί.
Πανικοβλημένοι από το πόσο κοντά έφτασε ο διαγωνισμός σε μια ισραηλινή νίκη, οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς αντέδρασαν άμεσα μετά το τέλος της διοργάνωσης, ζητώντας αλλαγές στο σύστημα ψηφοφορίας και ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για τη συνέχιση της συμμετοχής του Ισραήλ. Δεχόμενη έντονες πιέσεις και εμφανώς αμήχανη ως προς το τι να πράξει, η EBU προχώρησε βιαστικά στην ανακοίνωση μιας έκτακτης συνεδρίασης για το ζήτημα, για να την ακυρώσει λίγο αργότερα. Στη θέση της, υποσχέθηκε μεταρρυθμίσεις στην ψηφοφορία και παραπομπή του θέματος στη Γενική Συνέλευση του Δεκεμβρίου.

Οι αλλαγές υιοθετήθηκαν, αλλά τα κενά παραμένουν. Απαγορεύτηκε μεν η κρατική διαφημιστική προβολή όταν αφορά τους ίδιους τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, όχι όμως και όταν αυτοί δεν εμφανίζονται. Το όριο ψήφων ανά άτομο μειώθηκε από τις 20 στις 10, ωστόσο παραμένει απεριόριστος ο αριθμός ψήφων ανά συσκευή, γεγονός που επιτρέπει σε έναν και μόνο χρήστη να ψηφίζει δεκάδες ή και εκατοντάδες φορές, χρησιμοποιώντας πολλαπλές κάρτες SIM. Κυρίως, η υιοθέτηση αυτών των μεταρρυθμίσεων θα συνοδευόταν από την απουσία οποιασδήποτε ψηφοφορίας για την παραμονή του Ισραήλ στον διαγωνισμό.
Εξίσου καθοριστικό είναι το γεγονός ότι, μέχρι τον Δεκέμβριο, είχε ήδη τεθεί σε ισχύ η εκεχειρία στη Γάζα. Το πρόσκαιρο ρεύμα που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των εθνικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων υπέρ του αποκλεισμού του Ισραήλ είχε πια εξανεμιστεί, ενώ οι παρεμβάσεις του γερμανικού και του αυστριακού οργανισμού έγειραν οριστικά την πλάστιγγα. Ο τότε επικεφαλής της αυστριακής δημόσιας τηλεόρασης ORF, Ρόλαντ Βάισμαν, ο οποίος έκτοτε έχει περιπέσει σε δυσμένεια, ταξίδεψε μάλιστα στο Ισραήλ για να συναντηθεί με τον πρόεδρο της χώρας, Ισάακ Χέρτζογκ. Λίγο καιρό αργότερα παραιτήθηκε εν μέσω καταγγελιών για ανάρμοστη συμπεριφορά στον εργασιακό χώρο.
Ανεξάρτητη Eurovision τώρα
Αυτή είναι η ιστορία σχεδόν τριών ετών συνεχούς φθοράς για τον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision. Πρόκειται για το σημαντικότερο και πιο εμβληματικό προϊόν της Ευρωπαϊκής Ραδιοτηλεοπτικής Ένωσης. Ωστόσο, σε κάθε κρίσιμη απόφαση που αφορούσε τη συμμετοχή του Ισραήλ, αντί να αφεθούν τα θεσμικά όργανα του ίδιου του διαγωνισμού να αποφασίσουν, η ηγεσία της EBU παρενέβαινε απευθείας, αποδυναμώνοντας τον θεσμό και οδηγώντας τον σε διαδοχικά αδιέξοδα. Το διαρκώς επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι ο διαγωνισμός είναι «μη πολιτικός» δεν πείθει από τη στιγμή που ένα κράτος τον αξιοποιεί τόσο απροκάλυπτα για πολιτικούς σκοπούς. Το γεγονός ότι το ενδεχόμενο αποχώρησης θεωρήθηκε τόσο σοβαρό, ώστε ο ίδιος ο πρόεδρος του Ισραήλ να συστήσει ειδική ομάδα στο γραφείο του για να το αποτρέψει, το αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, αν ο ίδιος ο διαγωνισμός είχε τη θεσμική αυτονομία να λαμβάνει αποφάσεις για την προστασία του χαρακτήρα και της ταυτότητάς του, αντί αυτές να υπαγορεύονται από την ευρύτερη EBU, της οποίας οι προτεραιότητες βρίσκονται πλέον σε ευθεία αντίθεση με το μέλλον της Eurovision. Οι συνέπειες αυτής της διαρκούς φθοράς είναι ήδη ορατές: μια πανευρωπαϊκή περιοδεία σε μεγάλες αρένες που κατέρρευσε μέσα σε λίγες εβδομάδες από την έναρξη της προπώλησης, το μεγαλύτερο μποϊκοτάζ του διαγωνισμού στη σύγχρονη ιστορία του και ο χαμηλότερος αριθμός συμμετοχών από τότε που καθιερώθηκαν οι δύο ημιτελικοί.
Έφτασε η ώρα για την EBU να αφήσει τη Eurovision να σταθεί στα πόδια της. Η σύνδεση μαζί της μπορεί να διατηρηθεί, όμως ο μόνος βιώσιμος δρόμος σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται και αποσταθεροποιείται είναι η πλήρης θεσμική της αυτονομία, μακριά από τα συμβούλια των παραγόντων και τις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες που σήμερα καθορίζουν την πορεία της. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένα άλλο ψυχαγωγικό γεγονός αυτού του μεγέθους δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.
Αν ο διαγωνισμός αποκτήσει δική του, ανεξάρτητη οργανωτική δομή, με σαφές καταστατικό, δικό του πλαίσιο κανόνων και, κυρίως, πλήρη έλεγχο επί των αποφάσεών του και της συμμετοχής των χωρών, τότε μπορεί να λειτουργήσει με γνώμονα το συμφέρον του ίδιου του θεσμού αντί να παρασύρεται κάθε φορά από τις επιταγές των γεωπολιτικών συγκυριών.
Μερικές φορές, όταν αγαπάς κάτι, πρέπει να το αφήσεις ελεύθερο. Είτε θα το κάνει η EBU είτε θα το κάνουν οι οπαδοί στη θέση της – όπως ήδη συμβαίνει. Για το καλό του διαγωνισμού, μπορώ μόνο να ελπίζω ότι θα ληφθεί η σωστή απόφαση.
*Ο Γκέιμπ Μάιλν (ESC Gabe) είναι YouTuber και τακτικός σχολιαστής ζητημάτων που αφορούν τη Eurovision.

