To 2006 ήταν η τρίτη χρονιά στη σειρά που η εθνική μας υπερηφάνεια χτύπησε «κόκκινο». Το 2004 οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν γυρίσει «στο σπίτι τους» και η Αθήνα διοργάνωσε τη μεγαλύτερη αθλητική γιορτή του πλανήτη. Δύο μήνες προτού η τελετή έναρξης του Δημήτρη Παπαϊωάννου αναγάγει την ελληνικότητα σε πρωτόγνωρα καλλιτεχνικά επίπεδα, στον τελικό του Euro, μια κεφαλιά του Άγγελου Χαριστέα στο 57΄ απέναντι στην Πορτογαλία εκτόξευσε την Ελλάδα στα ποδοσφαιρικά ουράνια. Το 2005, μία ακόμα «άπιαστη» νίκη προστέθηκε στο εθνικό μας παλμαρέ, με το My Number One να λειτουργεί σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία: συγκεντρώνοντας 230 βαθμούς, το τραγούδι που ερμήνευσε η Έλενα Παπαρίζου εξασφάλισε την πρωτιά στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision στο Κίεβο και έφερε τη διοργάνωση για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Ραντεβού στην Αθήνα
Η επιλογή της Αθήνας ως οικοδέσποινας πόλης έμοιαζε μονόδρομος για τον 51ο διαγωνισμό, και έτσι το κλειστό γήπεδο μπάσκετ του ΟΑΚΑ φιλοξένησε τις δύο βραδιές του: τον ημιτελικό της 18ης Μαΐου και τον τελικό, που έγινε δύο μέρες μετά, στις 20 του μήνα. «Η Ελλάδα ήθελε πολύ να επαναλάβει την επιτυχία των Ολυμπιακών», ένιωθε ο Πάρις Τσουλφάς, τότε μέλος του ελληνικού φαν κλαμπ της Eurovision και σήμερα πρόεδρος τoυ OGAE Greece.

Και είχε δίκιο. Και μόνο η επιλογή του χώρου διεξαγωγής δημιουργούσε αυτόματα συνδέσεις με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ιδιαίτερα στους ξένους Eurofans που γνώριζαν έτσι το ΟΑΚΑ, ενώ ακόμη και το ίδιο το στήσιμο του σόου ένωνε νοητά το νήμα με την Αθήνα του 2004. Πάνω στη σκηνή είχαν στηθεί από τον σκηνογράφο Ηλία Λεδάκη εξέδρες που θύμιζαν αρχαιοελληνικό αμφιθέατρο, ενώ τον φωτισμό ανέλαβε η Ελευθερία Ντεκώ, που είχε φωτίσει και τις τελετές έναρξης και λήξης το 2004. Για πρώτη φορά, η βραδιά της Eurovision είχε και αυτή τελετή έναρξης, κάτι που διεκδίκησε προσωπικά από την EBU ο Φωκάς Ευαγγελινός, ο οποίος εκείνη τη χρονιά ανέλαβε συνολικά την καλλιτεχνική επιμέλεια της βραδιάς. «Προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους όλο αυτό να μυρίζει Ελλάδα», παραδέχεται. Και κάπως έτσι, η βραδιά ξεκίνησε με τη Φωτεινή Δάρρα να τραγουδά το Song of Life, το οποίο έγραψε ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, όσο χορευτές μεταμορφώνονταν σε ακτίνες ενός ήλιου που κινούνταν στο στάδιο και σε δελφίνια επί σκηνής.
Οι προεργασίες, η φρενίτιδα και η άγνωστη Μενούνος
Οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει σχεδόν αμέσως μετά τους πανηγυρισμούς, με την ΕΡΤ και την EBU να μη χάνουν χρόνο. Άλλωστε, μια τέτοια διοργάνωση «είναι ένα τεράστιο ρολόι, που πρέπει να λειτουργεί παράλληλα με μικρότερα γρανάζια με κοινό ρυθμό», όπως επισημαίνει και ο Φωκάς Ευαγγελινός. Ο δημοσιογράφος Γιάννης Πουλόπουλος, που είχε καλύψει για χρόνια τη Eurovision για τον Τύπο και την τηλεόραση, θυμάται να βλέπει ήδη από τον Οκτώβριο του 2005 τις πρώτες μακέτες με τη μορφή που θα έπαιρνε το σόου.

Οι διεργασίες ήταν πυρετώδεις – και απέδωσαν. Είκοσι χρόνια μετά, ο Φωκάς Ευαγγελινός δυσκολεύεται να θυμηθεί κάποιο σοβαρό ευτράπελο. «Έτσι κι αλλιώς, σε τέτοιες παραγωγές υπάρχει πάντα και plan b». Μιλάμε, εξάλλου, για εποχές που οι εμπλεκόμενοι στην παραγωγή ήταν πολύ πιο σκληραγωγημένοι, διότι αυτό απαιτούσαν οι καιροί: «Τότε έρχονταν οι χώρες να διαγωνιστούν και αντιμετωπίζαμε αυτά που ζητούσαν εκείνη την ώρα πάνω στη σκηνή. Τώρα έρχεται από πριν βίντεο με stand-ins [σ.σ. άτομα που αντικαθιστούν τους τραγουδιστές και τους χορευτές κατά τη διάρκεια των προβών] και, βάσει αυτού, βλέπεις και διορθώνεις ακόμα και τις κάμερες και τα φώτα», προσθέτει ο έμπειρος χορογράφος.
Από τη δεκαετία του 1990, η Eurovision έμοιαζε να είναι μια πολύχρωμη γιορτή που αφορούσε κυρίως τους σκληροπυρηνικούς ακολούθους της, αλλά, με τη νέα χιλιετία, η δημοτικότητά της αυξήθηκε και στην Ελλάδα. Κάτι η τρίτη θέση που κέρδισε το ντουέτο των Antique το 2001 με την Έλενα Παπαρίζου και τον Νίκο Παναγιωτίδη, κάτι η επιστροφή της εγχώριας ποπ σταρ που συνοδεύτηκε με νίκη, το κοινό του διαγωνισμού στην Ελλάδα άρχισε να διευρύνεται και το 2006 ξέσπασε μια γιουροβιζιονική φρενίτιδα.

Χαρακτηριστικά, ο Πάρις Τσουλφάς αναφέρει πως, τη συγκεκριμένη χρονιά, τα μέλη του OGAE διπλασιάστηκαν (ενώ τα επόμενα χρόνια ο αριθμός τους «ξεφούσκωσε»). Εκείνη την περίοδο, μεταξύ νίκης και διοργάνωσης, ο τηλεοπτικός σταθμός στον οποίο εργαζόταν ο Γιάννης Πουλόπουλος του ζήτησε να αναλάβει μια μόνιμη «στήλη» για τη Eurovision στην πρωινή εκπομπή του καναλιού. Επιπλέον, η συμμετοχή της Άννας Βίσση με το Everything ανακοινώθηκε αρκετά νωρίτερα από το συνηθισμένο, εντείνοντας το ενδιαφέρον του κοινού.
Οι Έλληνες ξαφνικά ήθελαν να μάθουν τα πάντα για τη Eurovision. Ήταν εποχές προ ιντερνετικών ευκολιών και έτσι, όταν ανακοινώθηκε πως ο Σάκης Ρουβάς θα παρουσιάσει τον διαγωνισμό με «κάποια» Μαρία Μενούνος, η περιέργεια φούντωσε. «Θυμάμαι είχαμε τρελαθεί να ανακαλύψουμε ποια είναι η Μαρία Μενούνος. Είχαμε προσεγγίσει μέχρι και έναν θείο της που έμενε σε ελληνική επαρχιακή πόλη», λέει ο Γ. Πουλόπουλος, μην κρύβοντας και τη μετέπειτα αγωνία του κοινού για το πώς οι δύο παρουσιαστές θα έμπαιναν πετώντας στο στάδιο.

Μια γιουροβιζιονική εξωστρέφεια
Τις δύο εβδομάδες που η Αθήνα ζούσε στον ρυθμό της Eurovision, η εξωστρέφεια χαρακτήριζε κάθε γεγονός. Συνεχίζοντας την παράδοση των σλόγκαν που είχε καθιερωθεί από το 2002, η Αθήνα κάλεσε τους επισκέπτες να συντονιστούν με την ενέργειά της μέσα από το σύνθημα «Feel The Rhythm» («Νιώσε τον Ρυθμό»). Το μήνυμα συνοδευόταν από ένα λογότυπο εμπνευσμένο από τον Δίσκο της Φαιστού, το οποίο, σύμφωνα με την ΕΡΤ, αντλούσε στοιχεία από τον άνεμο και τη θάλασσα, το χρυσαφένιο φως του ήλιου και τη λάμψη της άμμου.
Οι Έλληνες ξαφνικά ήθελαν να μάθουν τα πάντα για τη Eurovision. Όταν ανακοινώθηκε πως ο Σάκης Ρουβάς θα παρουσιάσει τον διαγωνισμό με «κάποια» Μαρία Μενούνος, η περιέργεια φούντωσε.
Σε αντίθεση με προηγούμενες, πιο VIP εναρκτήριες γιορτές, το welcome party έγινε στον υπαίθριο χώρο του Ζαππείου, καλώντας ουσιαστικά, πέρα από τους Eurofans, και κάθε Αθηναίο που ήθελε να «πασπαλιστεί» από το γκλίτερ του διαγωνισμού. Το Eurovillage, δηλαδή το σημείο συνάντησης των καλεσμένων και των επισκεπτών, βρήκε τον χώρο του στην Τεχνόπολη. Και ήταν μία ακόμα παράλληλη γιορτή: «Η μεγάλη αποθήκη είχε μεταμορφωθεί στο Euroclub, όπου κάθε βράδυ γινόταν πάρτι με DJs. Όταν έκλεινε κατά τη 01.30, ο κόσμος σκορπούσε στο Γκάζι, που τότε ήταν ακόμη στις δόξες του», ανακαλεί ο Πάρις Τσουλφάς. Οι Eurofans δεν απολάμβαναν μόνο την ελληνική φιλοξενία, αλλά και τον ζεστό καιρό: «Οι Βόρειοι έλεγαν ότι επιτέλους είμαστε σε Γιουροβίζιον και δεν βρέχει».

Η Αθήνα πέτυχε και μια πρωτιά: έγινε η πρώτη διοργανώτρια πόλη που έστησε Eurocafé για τις ημέρες του διαγωνισμού. «Ως OGAE, σε συνεργασία με την ΕΡΤ, το φιλοξενήσαμε για πρώτη φορά στο “Αθηναίων Πολιτεία” στο Θησείο. Είχαμε κλείσει το μαγαζί για δύο εβδομάδες και εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των φαν, ενώ ανά δύο ημέρες είχαμε κάποιον καλεσμένο. Έκτοτε η EBU το συνεχίζει σε κάθε διοργανώτρια πόλη», συμπληρώνει.
Για ανθρώπους όπως ο Πάρις Τσουλφάς, ο οποίος έζησε τη διοργάνωση σε κάθε στάδιο «από μέσα», ήταν μέρες πολύ γεμάτες. Το πρωί το περνούσε με τους Eurofans, στους οποίους προσπαθούσε να δείξει όσο περισσότερες ομορφιές της Αθήνας μπορούσε, στη συνέχεια πήγαινε στο ΟΑΚΑ για να παρακολουθήσει τις πρόβες και το βράδυ επέστρεφε στο κέντρο και στο Eurovillage, μια και δεν ήθελε να είναι απών από τη διασκέδαση.
Η Αθήνα πέτυχε και μια πρωτιά: έγινε η πρώτη οικοδέσποινα πόλη που έστησε Eurocafé για τις ημέρες του διαγωνισμού. Έκτοτε η EBU το έχει υιοθετήσει σε κάθε διοργάνωση.
Δεν κρύβει βέβαια πως το πρόγραμμα του μέσου Eurofan ήταν βαρύ για μια πόλη με τις αποστάσεις της Αθήνας: «Από το κέντρο πήγαινες στο Μαρούσι, όπου οι πρόβες μπορεί να τελείωναν γύρω στις έντεκα το βράδυ, και ξανά στο κέντρο. Υπήρχε μια ελαφριά “ελληνική ανοργανωσιά” και ήταν μια διοργάνωση λίγο χαοτική σε σχέση με τις τελευταίες παραγωγές της EBU που προτιμά μικρές και εύκολες πόλεις».

Εντός και εκτός του ΟΑΚΑ
Ο Γιάννης Πουλόπουλος θυμάται εκείνο τον καιρό να τον σταματά κόσμος στον δρόμο και να τον ρωτά πώς μπορεί να βρει εισιτήρια για τη Eurovision, μια και είχαν εξαντληθεί πολύ γρήγορα. Ήταν προφανές –όπως θα συμφωνήσουν όλοι όσοι έζησαν τη διοργάνωση της Αθήνας από κοντά– πως το ΟΑΚΑ δεν το γέμισαν μόνο οι ταγμένοι ακόλουθοι της Eurovision, αλλά και πολλοί ενθουσιώδεις ή και απλώς περίεργοι, από κάθε γωνιά της χώρας. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Κούστας, ο οποίος ως παιδί και έφηβος στα ’90s έβλεπε μεν φανατικά Eurovision, αλλά το 2006 βρέθηκε «από σπόντα» στη διοργάνωση της Αθήνας: «Είχαν πέσει τυχαία στα χέρια μου κάποιες προσκλήσεις και αποφασίσαμε με μια φίλη μου να πάμε να το “ζήσουμε”». Είδε από κοντά τον ημιτελικό, τον τελικό και κάποιες γενικές πρόβες, και ήταν μάλιστα οι πρώτες φορές που επισκεπτόταν το ΟΑΚΑ.
Πριν ακόμα μπει στο γήπεδο, θυμάται στον εξωτερικό χώρο να στήνεται μια απέραντη γιορτή με χορηγούς και έντονο αέρα ’00s: «Θυμάμαι να περιμένω στην ουρά για να παίξω ένα διαδραστικό κουίζ δαπέδου, που περιλάμβανε ερωτήσεις σχετικές με τον διαγωνισμό, αλλά και να μας μοιράζουν μπρελόκ, κονκάρδες, αυτοκόλλητα και κάτι φλούο πράσινα στικ που φωσφόριζαν στο σκοτάδι. Επίσης, υπήρχαν παντού κοπέλες με κοντές φούστες που έκαναν promotion σε πακέτα καρτοκινητής τηλεφωνίας, που τότε ήταν πολύ της μόδας – κάθε τρίμηνο αλλάζαμε αριθμό για να πάμε σε άλλη εταιρεία».

Με τόσες απανωτές επιτυχίες, σχεδόν άπαντες οι Έλληνες είχαμε πιστέψει πως η Άννα Βίσση μπορεί να κάνει back-to-back για την Ελλάδα, αν και η ένατη θέση που πήρε τελικά το Everything απέδειξε πως ήμασταν πολύ μακριά από κάτι τέτοιο. Στο μεταξύ, βέβαια, βρήκαμε στο πρόσωπο της Σουηδής Καρόλα Χέγκβιστ μια άσπονδη εχθρό της Βίσση. Η τραγουδίστρια, που είχε ήδη κατακτήσει την τρίτη θέση το 1983 και τη νίκη το 1991, ήταν ένα από τα φαβορί του 2006 με το Invincible. «Για πρώτη φορά στην Αθήνα ακούσαμε γιουχάρισμα σε χώρα», λέει ο Πάρις Τσουλφάς, που θυμάται τους Έλληνες φαν τόσο στις πρόβες όσο και στον διαγωνισμό να αποδοκιμάζουν τη σουηδική συμμετοχή (για την ιστορία, η Καρόλα τερμάτισε στην πέμπτη θέση). Βέβαια, όταν η «Απόλυτη» τραγούδησε το Everything, οι ενθουσιώδεις φωνές ήταν τόσο δυνατές, που σχεδόν είχαν καλύψει το τραγούδι.
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Πουλόπουλος θυμάται να υπάρχει μια ανησυχία για την Άννα Βίσση, που αντιμετώπιζε εκείνες τις μέρες ένα πρόβλημα με τη φωνή της, αλλά και τα ευτράπελα με την Ισλανδή περσόνα Σίλβια Νάιτ. Μετά τον αποκλεισμό του Congratulations από τον ημιτελικό, φώναζε και έβριζε τους δημοσιογράφους γι’ αυτή την «αδικία». Βέβαια, αυτή η πρακτική ήταν κομμάτι της σατιρικής περσόνας της, η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από τα διεθνή μέσα.

Άλλες συμμετοχές του 2006 που δεν σβήστηκαν από τη μνήμη ήταν ο Ντίμα Μπιλάν με το Never Let You Go για τη Ρωσία, αλλά και το κολλητικό Tornero του Ρουμάνου Μιχάι Τραϊστάριου. Παρά τον αποκλεισμό στον ημιτελικό, το Je t’ adore της Κέιτ Ράιαν από το Βέλγιο αγαπήθηκε από τους φαν. Η Αρμενία έκανε το ντεμπούτο της στον διαγωνισμό, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη μάγεψε τους Eurofans με το Lejla, μια βαλκανική μπαλάντα διά χειρός Ζέλικο Γιοκσίμοβιτς, ενώ, παρά τη χαμηλή κατάταξη, η Σιμπέλ Τουζούν από την Τουρκία και η Σεβερίνα από την Κροατία ξεσήκωσαν το ΟΑΚΑ.Την Ισπανία είχαν εκπροσωπήσει οι Las Ketchup, αν και η πρότερη δημοφιλία τους δεν βοήθησε, καθώς τερμάτισαν εικοστές πρώτες, ενώ την Κύπρο εκπροσώπησε η Ελληνοαμερικανή Ανέτ Αρτάνι, την οποία πολλοί μάθαμε ως διαγωνιζόμενη του ελληνικού Fame Story 3, αλλά το Why Angels Cry έμεινε εκτός τελικού. «Με μια παρέα από Άγγλους που είχαμε γνωρίσει επιτόπου, καταλήξαμε στο Γκάζι να μιλάμε για το ψεύτικο μαύρισμα της Ανέτ Αρτάνι και τη μεγάλη αδικία τού να μην προκριθεί στον τελικό. Τέτοια, ρηχά, ήταν τα προβλήματά μας τότε», σχολιάζει ο Παναγιώτης Κούστας.
Τα «τέρατα» θριάμβευσαν
Πάντως, η επιτυχία των Lordi δεν διαφαινόταν πριν από την τελική ευθεία. Κανείς δεν περίμενε τη νίκη της Φινλανδίας. «Ήταν δύσκολο να φανταστείς πως θα κερδίσει ένα τέτοιο τραγούδι, δεν το πιστεύαμε», παραδέχεται ο Π. Τσουλφάς. «Με το που ξεκίνησαν οι πρόβες, όμως, είχε ανοδική πορεία στα στοιχήματα. Όταν όλες οι χώρες ολοκλήρωσαν τις πρόβες τους, ακόμα και η Βίσση κατάλαβε ότι θα νικήσει. Σε μια συνέντευξη στις πρόβες είπε ότι ήταν το τραγούδι που ξεχώριζε στον διαγωνισμό».

«Βγήκαν οι Lordi και ταρακουνήθηκαν οι κερκίδες», θυμάται ο Παναγιώτης Κούστας για το επίσης προσωπικό του highlight της μεγάλης βραδιάς, το Hard Rock Hallelujah, αν και θυμάται και κάποιες αντιδράσεις τύπου: «Κλείσε μου τα μάτια, δεν μπορώ να βλέπω τα τέρατα». Άλλωστε, ο διαγωνισμός και ένα μέρος του κοινού δεν ήταν συνηθισμένοι στη χαρντ ροκ αισθητική την οποία ενδύθηκε το κομμάτι και η εμφάνιση των Φινλανδών.
«Με το που ξεκίνησαν οι πρόβες, η Φινλανδία είχε ανοδική πορεία στα στοιχήματα. Όταν όλες οι χώρες ολοκλήρωσαν τις πρόβες τους, ακόμα και η Βίσση κατάλαβε ότι θα νικήσουν οι Lordi».
Με τους 292 πόντους που συγκέντρωσαν, οι Lordi γύρισαν στη Φινλανδία νικητές, παίρνοντας τη σκυτάλη του διαγωνισμού και κλείνοντας έτσι το ελληνικό γιουροβιζιονικό όνειρο. Αλλά, πριν από αυτό, πρόλαβαν να κάνουν τη βουτιά τους στην πισίνα του ξενοδοχείου President όπου έμεναν, ακόμα και αν, όπως μαθαίνουμε, ζορίστηκαν με τη ζέστη, όσο προσπαθούσαν να μη «σπάσουν» τον ρόλο τους, φορώντας τις μάσκες τους ακόμα και με τα μαγιό.

