Το βράδυ του Σαββάτου της 9ης Μαΐου 1987 σηματοδότησε την αρχή μιας ξεχωριστής τηλεοπτικής σχέσης με το κοινό. Μια δημοσιογράφος συστήθηκε στους τηλεθεατές που είχαν συντονιστεί στην ΕΡΤ για τον 32ο Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision. «Κυρίες και κύριοι, από τις Βρυξέλλες, από όλη την ελληνική αποστολή και από μένα, τη Δάφνη Μπόκοτα, ευχές για ένα καλό μουσικό σαββατόβραδο». Μπορεί η Μακώ Γεωργιάδου να ήταν η πρώτη σχολιάστρια του διαγωνισμού, αλλά κανείς δεν ταυτίστηκε με αυτόν τον ρόλο όσο η Δάφνη Μπόκοτα. Με τη ραδιοφωνική φωνή και τα δυναμικά της σχόλια συνόδευσε γενιές τηλεθεατών στον κόσμο της Eurovision μέχρι το 2004 (μοναδική απουσία σε αυτά τα χρόνια, το 1998). Παρά την ξαφνική αντικατάστασή της το 2005, το όνομά της συνδέθηκε ανεξίτηλα με τη δημοφιλία του σόου στην ελληνική τηλεόραση. Με αφορμή την επέτειο των εβδομήντα χρόνων, ξεδιπλώνει τη σχέση της με τον θεσμό.
Πριν από τη νέα χιλιετία, τι σήμαινε στην πράξη το «ασχολούμαι κάθε χρόνο με τη Eurovision»;
Aυτό το«κάθε χρόνο» καθιερώθηκε μετά το 1987. Δηλαδή, κάπως παγιώθηκα και μονιμοποιήθηκα, γιατί στην ουσία «έτρεχα» πολύ τη Eurovision, δεν υπήρχε άλλος να αναλάβει. Μιλάμε για μια εποχή χωρίς μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άμεση πρόσβαση στην πληροφορία. Για να στήσουμε τις δύο εκπομπές με τις συμμετοχές πριν από τον διαγωνισμό, έπρεπε να μου στέλνουν φακέλους από κάθε χώρα –κάποιοι δεν έφταναν ποτέ, μάλιστα–, να τους συγκεντρώνω, να κάνω μεταφράσεις και να γράφω τα κείμενα.

Σε αυτό το πλαίσιο υπήρχε και ο Τύπος, ο οποίος στηλίτευε με κάθε ευκαιρία τον θεσμό.
Το έλεγα και τότε πως η Εurovision δεν είναι διαγωνισμός τραγουδιού, αλλά τηλεοπτικό πρόγραμμα. Κάποιοι έλεγαν ότι «δεν είναι έτσι οι διαγωνισμοί, αυτό είναι ένα φτηνό, αστείο πανηγυράκι». Ποτέ δεν ήταν πανηγυράκι η Eurovision. Ποτέ! Ήταν εξαρχής ένα πολύ προσεγμένο σόου. Και τότε αρχίσαμε τις γνωστές ελληνικές γκρίνιες, ότι δηλαδή «εμείς που έχουμε τους προγόνους και τέτοια μουσική παιδεία και ιστορία, δεν μας ταιριάζει αυτό και δεν του ταιριάζουμε. Είναι άθλιο και είναι απαίσιο». Ο ένας έλεγε να στείλουμε ζεϊμπέκικο, ο άλλος τσιφτετέλι. Ο καθένας μπορεί να έλεγε τη γνώμη του, αλλά δεν γινόταν κάτι κατά παραγγελία. Συνήθως με διαγωνισμό επιλέγαμε. Μας έστελναν τραγούδια και διαλέγαμε το καλύτερο. Με ανάθεση δεν πηγαίναμε πολύ καλύτερα.
Έφτανε αυτή η γκρίνια στο εξωτερικό; Ήταν θέμα συζήτησης στα πηγαδάκια με τους ξένους συναδέλφους;
Φυσικά και τα μάθαιναν όλα οι ξένοι. Έβγαιναν οι εφημερίδες και κάποιοι τις αγόραζαν, τις διάβαζαν και μοιράζονταν τα νέα. Τα παρακολουθούσαν όλα! «Αφού δεν σας αρέσει, γιατί το στείλατε;» Κι άντε να εξηγήσεις τώρα… Γνώμη μου είναι πως, όταν πηγαίνεις ως αποστολή στο εξωτερικό, με όποιο τραγούδι, δεν σνομπάρεις τίποτα. Ειδικά σε έναν διαγωνισμό που φέρνει και θεαματικότητα. Με την γκρίνια μας οι ξένοι έβρισκαν πατήματα: «Γιατί το κάνετε αφού δεν το θέλετε;». Κατανοώντας τη σημασία της Eurovision για την υπόλοιπη Ευρώπη, πείσμωσα και θεώρησα πως η Ελλάδα πρέπει να είναι μέσα σε αυτήν και να τη δούμε σοβαρά. Από την άλλη, η ΕΡΤ είχε την άποψη ότι πρέπει να απέχουμε.
Πέρα από το τραγούδι, τι ρόλο παίζει η συνολική εικόνα μιας αποστολής στη Eurovision;
Σημαντικό, τόσο για να γίνεται διαχείριση των δύσκολων καταστάσεων, όσο και για την ασφάλεια που πρέπει να νιώθουν οι καλλιτέχνες από όσα συμβαίνουν έξω από τη Eurovision. Εμείς πηγαίναμε πάντοτε σαν φτωχοί συγγενείς και ήταν αισθητό αυτό· χωρίς μπάτζετ, χωρίς περιοδείες προώθησης, χωρίς γιορτές, χωρίς τίποτα. Όταν οι άλλοι διοργάνωναν μια εκδήλωση, εμείς προσπαθούσαμε να συναντηθούμε με Έλληνες του εξωτερικού σε κάποια ταβέρνα. Η εξωστρέφεια θα ήταν ένας τρόπος να «περάσουμε» ένα σωρό πράγματα για την ιστορία, τη χώρα και τη συμμετοχή μας. Από την άλλη, οι Κύπριοι δεν είχαν αυτή την ντροπή που είχαμε εμείς για τις συμμετοχές μας. Εκείνοι αγκάλιαζαν τις δικές τους και τις προμοτάριζαν όσο μπορούσαν.
Οι τηλεθεατές, όμως, αγαπούσαν τη Eurovision;
Το παράδοξο με αυτή τη διοργάνωση είναι ότι, παρόλο που ήταν πολύ υποβαθμισμένη στην Ελλάδα, ο κόσμος την έβλεπε, αλλά για μια μεγάλη χρονική περίοδο ντρεπόταν να παραδεχτεί ότι την παρακολουθούσε. Δηλαδή, με έβλεπαν στον δρόμο και μου έλεγαν: «Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ το τραγούδι της Γαλλίας. Όχι ότι το βλέπω βέβαια, αλλά μου άρεσε η Γαλλία». Αυτό το «όχι-ότι-το-βλέπω» το έχω ακούσει ένα εκατομμύριο φορές. Λες και αισθάνονταν ντροπή να πουν: «Ναι, κάθομαι και το βλέπω, μου αρέσει, περνάω καλά και διασκεδάζω». Τότε κατάλαβα και εγώ, κάνοντας και τις δικές μου «σφυγμομετρήσεις», ότι ο κόσμος την παρακολουθεί και την αγαπάει.
«Πηγαίναμε πάντα σαν φτωχοί συγγενείς και ήταν αισθητό· χωρίς μπάτζετ, χωρίς προώθηση, χωρίς τίποτα. Όταν οι άλλοι διοργάνωναν μια εκδήλωση, εμείς συναντούσαμε Έλληνες του εξωτερικού σε κάποια ταβέρνα».
Μπορούμε να συγκρίνουμε τις παλιές ελληνικές συμμετοχές με τις σημερινές, δεδομένων των διαφορετικών εποχών;
Σήμερα οι αποστολές πηγαίνουν με ενδυματολόγους, χορογράφους και ολόκληρες επαγγελματικές ομάδες. Τότε, οι καλλιτέχνες πήγαιναν σχεδόν μόνοι τους. Πολλές φορές πλήρωναν οι ίδιοι για τα ρούχα τους, έφτιαχναν μόνοι τα μαλλιά τους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κάλυπταν ακόμα και τα έξοδα του ξενοδοχείου τους. Άρα, όταν αφήνεις τον καλλιτέχνη να διαμορφώσει μόνος του την εικόνα του, δεν μπορείς να περιμένεις το επαγγελματικό αποτέλεσμα που βλέπουμε σήμερα. Γι’ αυτό και δεν μου αρέσει να συγκρίνω τους καλλιτέχνες των παλαιότερων συμμετοχών με αυτούς των πιο πρόσφατων, αφού η αλήθεια είναι ότι οι προηγούμενοι δεν είχαν τη φροντίδα που υπάρχει σήμερα.

Υπάρχει κάποια συμμετοχή που ξεχωρίζετε για την προσπάθεια που έκανε για μια διάκριση;
Πιστεύω ότι τότε όλοι έκαναν ηρωικές προσπάθειες· πραγματικά, όλοι. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον. Όλοι ήθελαν να πάνε καλά και όλοι δούλευαν, βάζοντας το χέρι στην τσέπη, με ελάχιστη βοήθεια. Η δική μου συμβολή ήταν να παρακολουθώ τις πρόβες και να λέω πράγματα όπως: «Μην πας τόσο δεξιά, γιατί δεν σε πιάνει το φως» ή «Στάσου λίγο πιο εδώ» ή «Μην κάνεις αυτή τη στροφή». Και το έκανα χωρίς να είμαι ούτε χορογράφος ούτε σκηνοθέτης. Ουσιαστικά, το παλεύαμε μόνοι μας. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι άδικο να γίνονται συγκρίσεις. Αν, για παράδειγμα, η αποστολή του 1991 με την Άνοιξη είχε από πίσω της μια ομάδα επαγγελματιών στη σκηνική παρουσία και στη μουσική επιμέλεια, το λάθος με το σαξόφωνο δεν θα είχε την ίδια βαρύτητα. Ακόμη, η Κλεοπάτρα με το Όλου του κόσμου την ελπίδα επιμελήθηκε μόνη την εμφάνισή της και τα «αστεράκια της Βεργίνας» που μοιράστηκαν στους υπόλοιπους καλλιτέχνες τα έφτιαξε η ίδια με μεράκι. Θυμάμαι ότι ο κόσμος ενθουσιαζόταν μόλις τα έπαιρνε στα χέρια του. Μας δόθηκε έτσι η ευκαιρία να μιλήσουμε για τη Βεργίνα, ένα θέμα που το έτος 1992 ήθελες να προβάλεις σε μια τέτοια διοργάνωση. Αλλά, και πάλι, τα έκανε όλα μόνη της. Δεν υπήρχε ουσιαστική στήριξη.
Διαβάζοντας τις εμπειρίες σας στο βιβλίο 18 χρόνια Eurovision (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), εντυπωσιάστηκα από το ενδιαφέρον του Ανδρέα Παπανδρέου για τον διαγωνισμό, όπως περιγράφεται σε συναντήσεις που είχατε μαζί του στο Καστρί. Ήθελε όντως να κερδίσουμε τη Eurovision;
Θεωρώ ότι κατάλαβε αμέσως πως μας αφορά οτιδήποτε ευρωπαϊκό. Η Eurovision ήταν κάτι ευρωπαϊκό. Κάποιοι το αντιλήφθηκαν γρήγορα, δεν ξέρω γιατί οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να το δουν. Μιλάμε για έναν θεσμό στον οποίο συμμετέχουν όλες οι χώρες της Ευρώπης από το 1956. Θέλουν να μπουν μέχρι και χώρες όπως η Αυστραλία ή ο Καναδάς. Εμείς γιατί να τον σνομπάρουμε; Αυτό πάντα αναρωτιόμουν: είναι δυνατόν να υποτιμάς κάτι στο οποίο συμμετέχουν όλοι; Έχει τεράστια οφέλη για τη χώρα σε όλα τα επίπεδα. Είναι μια πλατφόρμα που βλέπει όλη η Ευρώπη. Μπορούμε να «περάσουμε» ό,τι θέλουμε για τη χώρα μας. Δεν γίνεται να μένουμε απ’ έξω. Και αν νομίζουμε ότι δεν μας ταιριάζει, τότε ας φροντίσουμε να το κάνουμε να μας ταιριάξει.

Το 2001, όμως, κάτι συνέβη. Σαν να φέραμε λίγο τη Eurovision στα μέτρα μας.
Τη χρονιά που εμφανίστηκαν οι Antique, δηλαδή η Έλενα Παπαρίζου και ο Νίκος Παναγιωτίδης, και ο συνθέτης Νίκος Τερζής συνέπραξε με τον στιχουργό Αντώνη Παππά, έμοιαζε σαν να έγινε μια επανεκκίνηση στη σχέση μας με τη Eurovision. Όλο αυτό ήταν ένα θείο δώρο. Τους Antique δεν τους ήξερε κανένας. Με το που τους άκουσα, είπα ότι, ανεξαρτήτως τού αν έχουμε δυνατές συμμετοχές από άλλους, η Ευρώπη είναι «εδώ», σε αυτή τη «φρεσκαδούρα». Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα για να στείλουμε τους Antique στην Κοπεγχάγη. Στον Εθνικό Τελικό, η επιτροπή και το κοινό διχογνώμησαν. Υπήρξε διαφωνία όταν είπα πως «δεν είναι δυνατόν να στείλουμε το τραγούδι που επέλεξε η επιτροπή, διότι δεν θα πάρουμε καλή θέση». Ήταν ένα ρίσκο, αλλά δικαιωθήκαμε.
Θεωρείτε πως η τρίτη θέση εκείνη τη χρονιά μάς αδίκησε;
Ναι. Γι’ αυτό εκτιμώ ότι η Παπαρίζου ψηφίστηκε πανηγυρικά στην επιστροφή της. Η Eurovision έχει πολύ ενοχική ψήφο. Δηλαδή, αν κάτι άρτιο δεν πάει καλά μία χρονιά, την επόμενη, τη μεθεπόμενη ή όποια χρονιά επιστρέψει ο καλλιτέχνης ή η χώρα ψηφίζεται από τον κόσμο – αν βέβαια συνοδεύεται από κάτι καλοφτιαγμένο. Ας πούμε πως τώρα οι φαν κουβαλούν την «ενοχή» της Ελένης Φουρέιρα, που δεν ψηφίστηκε πρώτη το 2018.

Ισχύει το ίδιο και με το S.A.G.A.P.O. και τον Μιχάλη Ρακιντζή;
Για μένα, το S.A.G.A.P.O. είναι το πιο αδικημένο τραγούδι του θεσμού. Ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Εάν δεν γινόταν τότε αυτός ο χαμός που έγινε στην Ελλάδα, πιστεύω ότι θα πήγαινε πολύ καλά. Η συμμετοχή ταξίδεψε στο Ταλίν «τραυματισμένη». Κάποια κανάλια έπαιξαν τον ρόλο τους σε αυτό. Πόσες καριέρες στήθηκαν πάνω στα «δαγκώματα» του Μιχάλη…
«Η Eurovision έχει πολύ ενοχική ψήφο. Aν κάτι άρτιο δεν πάει καλά μία χρονιά, όποτε επιστρέψει ο καλλιτέχνης ή η χώρα ψηφίζεται από τον κόσμο – αν βέβαια συνοδεύεται από κάτι καλοφτιαγμένο».
Κρατάω άλλη μία αφήγηση από το βιβλίο: ότι ήσασταν το πρώτο άτομο στο οποίο ο Μιχάλης Ρακιντζής αποκάλυψε τις στολές της τελικής εμφάνισης, τις οποίες δανείστηκε από τα ΜΑΤ. «Είναι στολές που φτιάχτηκαν για να απωθούν», σας είπε. Στην αρχή δεν σας άρεσαν, αλλά στο τέλος γράψατε πως έκαναν πολύ καλά τη δουλειά τους. Πιστεύετε πως, αν υπήρχαν αλλαγές στην εμφάνιση, θα μιλούσαμε τώρα για τη διαχρονική λατρεία του τραγουδιού;
Δεν ξέρω τι χορευτικό θα μπορούσε να έχει ούτε αν ο Μιχάλης είχε τη δυνατότητα να κάνει κάτι παραπάνω σε αυτό το κομμάτι. Από τη στιγμή που το είδα ως σύνολο, θεώρησα ότι «περνάει». Ύστερα, το τι έγινε στη σκηνή, για το αν υπήρχε καλό πλάνο ή όχι, η αλήθεια είναι πως δεν του δόθηκε ένα σωστό πλάνο. Όλες οι πρόβες ήταν άτονες, εκτός από την τελευταία, όπου φάνηκε να δένει λίγο το τραγούδι. Αλλά και πάλι, τίποτα δεν είχε λυθεί πλήρως. Πάντως, όσον αφορά το ρούχο, αν δεν ήταν αυτό, δεν νομίζω ότι θα λειτουργούσε το ίδιο. Δηλαδή, σκέψου με τι άλλο ρούχο θα μπορούσε να εμφανιστεί. Από τη στιγμή που και το ρούχο ήταν εμβληματικό και το τραγούδι ιδιαίτερο, είχε προοπτικές να πάει κάπου. Παρ’ όλα αυτά, το χαλάσαμε.
«Το S.A.G.A.P.O. είναι το πιο αδικημένο τραγούδι του θεσμού. Εάν δεν γινόταν ο χαμός που έγινε στην Ελλάδα, θα πήγαινε πολύ καλά. Η συμμετοχή ταξίδεψε στο Ταλίν “τραυματισμένη”».
Μετά τη Μαντώ το 2003, έρχεται η χρονιά της Ολυμπιάδας, του Euro και του Σάκη Ρουβά. Είχατε εικόνα για τον πανζουρλισμό που συνέβαινε τότε στην Ελλάδα;
Δεν είχα πλήρη εικόνα τού πόσο μεγάλος ήταν. Είχα πολλά τηλεφωνήματα από παντού, ακόμη και από πολιτικούς. Έβλεπα κόσμο να έρχεται στην Κωνσταντινούπολη, καταλάβαινα ότι γίνεται χαμός, αλλά όχι την πραγματική ένταση. Αυτό το συνειδητοποίησα όταν επιστρέψαμε. Τότε «έσπασε» το τηλέφωνο και μου έλεγαν ότι μας αδίκησαν, κάτι που δεν ισχύει. Πρέπει να το λέμε καθαρά: δεν είναι θέμα αδικίας, απλώς κάποια άλλα τραγούδια άρεσαν περισσότερο. Ωστόσο, ο Σάκης με το Shake It πήρε βαθμούς από όλες τις χώρες, ακούστηκε η Ελλάδα και η μουσική της, και δείξαμε ότι μπορούμε να κάνουμε ανταγωνιστικές δουλειές. Αυτό είναι μεγάλη υπόθεση.

Το 2005, μετά την απομάκρυνσή σας από τον σχολιασμό, ασχολιόσασταν με τη Eurovision;
Μετά το 2005 προσπάθησα πολύ να ξεφύγω. Είχα φτάσει σε σημείο να «ανακατεύομαι» όταν άκουγα για τον διαγωνισμό. Είχα αποτραβηχτεί εντελώς. Δεν έβγαινα, δεν μιλούσα, δεν ήθελα καμία σχέση. Αλλά ακόμα κι έτσι, όπου κι αν πήγαινα, μόλις άνοιγα το στόμα μου, με αναγνώριζαν από τη φωνή. Μπορεί να ήμουν με γυαλιά και να μη με καταλάβαιναν, αλλά με το που μιλούσα, μαζεύονταν τέσσερα-πέντε άτομα γύρω μου. Με ρωτούσαν πότε θα ξαναγίνει και θυμούνταν ιστορίες. Αυτό σήμαινε ότι είχαμε περάσει πολύ καλά μαζί. Και κάπου εκεί άρχισε να αλλάζει και η δική μου στάση απέναντι στη διοργάνωση.
Για το φετινό πρότζεκτ της ΕΡΤ με τον Εθνικό Τελικό, ποια είναι η στάση σας;
Φέτος τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Είχε πολύ καλές συμμετοχές. Ήταν η πρώτη χρονιά που άκουσα τα τραγούδια και είπα: «Ουάου, έχουμε επιλογές». Τα παιδιά ήταν επαγγελματίες. Για μένα, ήταν μια χρονιά-ορόσημο. Φάνηκε να το αγκαλιάσαμε περισσότερο. Και κάτι ακόμα σημαντικό: δεν υπήρξε αυτή η έντονη γκρίνια. Παλιά, όποιος πήγαινε δεχόταν αμφισβήτηση και υποτίμηση. Τώρα δεν βγήκε κανείς να πει «αδικήθηκα» ή να επιτεθεί. Υπήρξαν μικρές γκρίνιες, αλλά μέχρι εκεί. Αυτό σημαίνει ότι και ο Akylas βγαίνει πιο δυνατός προς τα έξω.

Τέλος, συγκριτικά με τις χρονιές που ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τον διαγωνισμό, πώς τον βλέπετε σήμερα, ειδικά ως προς τον χαρακτήρα και το κοινό του;
Η Eurovision έχει ανοίξει και αγκαλιάσει πολλά πράγματα, αλλά το μόνο που με στενοχωρεί είναι ότι έχει χάσει λίγο τον οικογενειακό της χαρακτήρα. Παλιά τη βλέπαμε όλοι μαζί, μικροί και μεγάλοι, και περνούσαμε καλά. Τώρα, παρότι έχει διευρυνθεί, έχει χαθεί κάπως αυτή η κοινή εμπειρία. Βέβαια, κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις, δεν γίνεται να τα έχεις όλα. Ταυτόχρονα, διαβάζω τώρα ότι ξεκινούν οι προσπάθειες για μια ασιατική Eurovision, ενώ χώρες όπως η Ρωσία προσπαθούν να στήσουν κάτι δικό τους. Δηλαδή, συνολικά το brand απλώνεται προς πολλές κατευθύνσεις. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πού θα καταλήξει όλο αυτό.

