Εβδομήντα χρόνια Eurovision, και μέσα σε όλες αυτές τις δεκαετίες η Ελλάδα βρέθηκε στην κορυφή μία και μόνη φορά. Ήταν 2005 όταν η Έλενα Παπαρίζου με το My Number One των Ναταλίας Γερμανού, Χρήστου Δάντη και Μάνου Ψαλτάκη οδήγησε τη χώρα στην πρώτη θέση. Μέχρι σήμερα, η νίκη της συγκαταλέγεται στις πιο αξιομνημόνευτες στη ιστορία του διαγωνισμού, με την Έλενα να θεωρείται πια αναπόσπαστο κομμάτι του γιουροβιζιονικού Hall of Fame. Βέβαια, το 2001 είχε προηγηθεί η 3η θέση της με το Die for You, ως μέλους των Antique, ενώ το 2014 δοκίμασε να επιστρέψει μέσω Σουηδίας με το Survivor. Με αφορμή την επέτειο των επτά δεκαετιών, ζητήσαμε από το «Number One» να ανακαλέσει τις περιόδους της ζωής της που συνδέονται με τη Eurovision, να θυμηθεί τις στιγμές που καθόρισαν την πορεία της στην Ευρώπη και να μοιραστεί λεπτομέρειες απ’ όσα δεν είδαμε ποτέ στις κάμερες.

Έλενα, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Το 2001 έκανες την παρθενική σου εμφάνιση στη Eurovision, εκπροσωπώντας την Ελλάδα με τους Antique.
Θυμάμαι πολλά από εκείνη την περίοδο. Είχαμε ήδη ξεκινήσει την πορεία μας ως Antique, μαζί με τον Νίκο Παναγιωτίδη, περίπου δύο χρόνια νωρίτερα και είχαμε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία στη Σκανδιναβία με ελληνικές διασκευές αλλά και δικά μας σινγκλ. Είχαμε πλατινένιους δίσκους, κάναμε πολλά live σε όλη την Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, πάντα υπήρχε μέσα μας η επιθυμία να «επιστρέψουμε» στην πατρίδα και έτσι γεννήθηκε η ιδέα της Eurovision. Την ίδια περίοδο αρχίζαμε σιγά σιγά να γινόμαστε γνωστοί και στην Ελλάδα με το Δυνατά δυνατά.
Εγώ ήμουν μόλις 19 χρονών και ο Νίκος 23, οπότε προφανώς δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε ότι μέχρι και σήμερα ο κόσμος θα αγαπούσε τόσο το Die For You. Εμείς απλώς κάναμε αυτό που αγαπούσαμε για την πατρίδα μας, με τον δικό μας τρόπο. Μάλιστα, πριν από λίγα χρόνια, όταν βρέθηκα σε ένα γιουροβιζιονικό φεστιβάλ, κάποιοι φαν μού έφεραν να τους υπογράψω αυθεντικά CD των Antique – όχι μόνο το Die For You, αλλά και άλλα, όπως το Opa Opa και το Mera Me Ti Mera. Το αστείο είναι ότι ούτε εγώ η ίδια δεν τα έχω αυτά.
Πώς θυμάσαι εκείνη τη βραδιά του τελικού στην Κοπεγχάγη;
Αν θυμάμαι κάτι πολύ έντονα, αυτό είναι σίγουρα το άγχος. Θυμάμαι και ένα μικρό ατύχημα με το ρούχο μου: είχαμε χρησιμοποιήσει μαύρο γυαλόχαρτο σε κάποιο σημείο και είχε «ποτίσει» τη λευκή φόρμα, οπότε ψάχναμε κυριολεκτικά να το διορθώσουμε την τελευταία στιγμή. Βέβαια, δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ενθουσιασμό όταν πήραμε το δωδεκάρι από τη Σουηδία και, φυσικά, το συναίσθημα του να τραγουδάς μπροστά σε περίπου σαράντα χιλιάδες θεατές. Ήταν πραγματικά απίστευτο.

Πώς έγινε η επαφή με την ΕΡΤ για την επιστροφή σου στον διαγωνισμό, περίπου τέσσερα χρόνια μετά;
Η πρόταση ήρθε στη δισκογραφική μου εταιρεία από την ΕΡΤ. Ανάμεσά τους ήταν και ο τότε εντεταλμένος σύμβουλός της, ο αείμνηστος Γιώργος Χουλιάρας. Το κουβέντιασα με τους κοντινούς μου ανθρώπους και υπήρχαν διαφορετικές απόψεις. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια στιγμή: Ήμουν σε ένα τραπέζι με τον κουμπάρο και μαέστρο μου, τον Θανάση Χονδρό, και τη γυναίκα του, Δήμητρα. Οι μισοί έλεγαν: «Έλενα, μην πας τώρα που έχεις ξεκινήσει τόσο δυναμικά τη σόλο καριέρα σου με τις Αναπάντητες κλήσεις και το Τρελή καρδιά, μπορεί να ρισκάρεις πολλά». Οι άλλοι ήταν πιο θετικοί και πίστευαν ότι ήταν μεγάλη ευκαιρία. Κάποια στιγμή χτύπησα το χέρι στο τραπέζι και τους είπα: «Είμαι ήδη εκεί». Και το εννοούσα. Έτσι κι αλλιώς, πρόκληση ήταν, αλλά ένιωθα ότι ήταν η σωστή στιγμή. Ακόμη, ένας από τους λόγους που δέχτηκα ήταν και το γεγονός ότι είχαμε συμφωνήσει πως το τραγούδι που θα εκπροσωπούσε την Ελλάδα θα επιλεγόταν από το κοινό.
Στον Εθνικό Τελικό διαγωνίστηκες με τέσσερα τραγούδια. Το My Number One ήταν από την αρχή το δικό σου φαβορί;
Στην αρχή τα τραγούδια ήταν όντως τέσσερα: το My Number One, το Let’s Get Wild, το OK και το The Light In Our Soul. Το τελευταίο αποκλείστηκε, γιατί λίγους μήνες πριν είχε κυκλοφορήσει online το demo του, και αυτό ήταν εκτός κανονισμών. Για μένα όλα τα τραγούδια είχαν τη δική τους αξία, αλλά δεν μπορώ να μην πω ότι έχω ιδιαίτερη αδυναμία στο The Light In Our Soul του Κώστα Μπίγαλη. Το θεωρώ ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχω πει και το τραγουδάω στις συναυλίες μου μέχρι σήμερα. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τι θα γινόταν αν συμμετείχε στον Εθνικό Τελικό, ποια θέση θα έπαιρνε ή ακόμα και αν θα μπορούσε να είναι εκείνο που θα πήγαινε στη Eurovision.

Και ύστερα, η περίοδος προετοιμασίας για το Κίεβο. Πώς τη βίωσες;
Ήταν ταυτόχρονα εξαντλητική και μαγική. Με ατελείωτες πρόβες, ενώ παράλληλα κάναμε και ένα μεγάλο promo tour. Επισκεφθήκαμε περίπου δέκα χώρες, γιατί ήμουν και πρέσβειρα τουρισμού του ΕΟΤ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια στιγμή που ο make-up artist και φίλος μου Γιάννης Μαρκετάκης με έβαφε μέσα στο αεροπλάνο την ώρα που κοιμόμουν, γιατί έπρεπε να προσγειωθούμε και να πάω κατευθείαν για εμφάνιση στο Fever. Σήμερα, ειλικρινά, αναρωτιέμαι πού έβρισκα όλη αυτή την αντοχή. Η αλήθεια είναι ότι πολλές μνήμες από εκείνη την περίοδο έχουν σβήσει, γιατί η ένταση ήταν τεράστια. Καμιά φορά μού δείχνουν φωτογραφίες από τότε και σκέφτομαι «ήμουν εγώ εκεί;».
Πώς προέκυψε η θρυλική χορογραφία του My Number One;
Τη χορογραφία την έμαθα μέσα σε δύο μέρες! Ακολούθησα πιστά τον Φωκά Ευαγγελινό, ο οποίος είχε δημιουργήσει όλο το κόνσεπτ ειδικά για μένα. Έπρεπε απλώς να τον εμπιστευτώ και να «μπω» στο όραμά του,
ακόμη κι αν στην αρχή κάποια πράγματα μου φαίνονταν δύσκολα. Υπάρχει, μάλιστα, ένα βίντεο που κυκλοφορεί στα σόσιαλ μίντια από τις πρόβες στη σχολή του, στο οποίο φαίνεται ξεκάθαρα πόσο δυσκολευόμουν να πιάσω σωστά τα λουριά από τα παντελόνια των χορευτών και κάτι πήγαινε συνεχώς λάθος. Κάθε φορά που το βλέπω, γελάω, αλλά τότε ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα.

Αλήθεια, πώς επιλέχθηκε το φόρεμα του Roberto Cavalli για τη βραδιά της εμφάνισής σου;
Η ιδέα για το ρούχο είχε συγκεκριμένο συμβολισμό. Θέλαμε να θυμίζει ελληνικό ηλιοβασίλεμα. Γι’ αυτό προτιμήθηκε εκείνο το χρυσαφί με κοραλλί χρώμα, σε συνδυασμό με το μελαμψό δέρμα. Θέλαμε η εικόνα να αποπνέει κάτι μεσογειακό, ζεστό και φωτεινό. Αυτό που ίσως δεν γνωρίζει ο κόσμος είναι ότι στις περισσότερες πρόβες, ακόμη και στην dress rehearsal (πρόβα τζενεράλε), είχα ίσια μαλλιά. Στην πορεία όμως αποφασίσαμε ότι, για να ολοκληρωθεί αυτή η «ηλιοκαμένη» μεσογειακή εικόνα, χρειαζόταν κάτι πιο ανέμελο, σαν να έχει στεγνώσει το μαλλί μετά τη θάλασσα. Έτσι καταλήξαμε στο σπαστό look που είδατε όλοι στη σκηνή. Και επειδή πολλές φορές αυτά τα πράγματα λειτουργούν και λίγο με το γούρι, συνέβη και κάτι ακόμα. Όπως είχε συμβεί και το 2001, έτσι και σε αυτό το ρούχο έσπασε το φερμουάρ! Ευτυχώς το διορθώσαμε γρήγορα και όλα πήγαν καλά. Παρ’ όλα αυτά, το άγχος εκείνες τις μέρες ήταν τεράστιο. Αν δείτε φωτογραφίες από τις πρόβες, το πρόσωπό μου μοιάζει πραγματικά σαν να έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ήθελα όλα να πάνε καλά και ένιωθα το βάρος της στιγμής.
«Αν δείτε φωτογραφίες από τις πρόβες, το πρόσωπό μου μοιάζει πραγματικά σαν να έχω ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ήθελα όλα να πάνε καλά και ένιωθα το βάρος της στιγμής».
Λίγο πριν ανέβεις στη σκηνή του Palats Sportu, ποια ήταν τα συναισθήματά σου; Υπήρξε έστω και για μία στιγμή η σκέψη «κι αν δεν τα καταφέρω;».
Ο Κρίστης Κουπάτος, ένας από τους χορευτές, μου θύμισε ότι πριν βγούμε στο live, τους είπα: «Υπομονή παιδιά! Άλλες δύο φορές θα το πάμε!». Δεν το θυμόμουν καθόλου, αλλά ποιος ξέρει πού βρήκα την αυτοπεποίθηση να το πω. Θυμάμαι υπήρχε πολλή αγάπη γύρω από την ελληνική συμμετοχή. Βέβαια, τότε τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν υπήρχαν σόσιαλ μίντια, το ίντερνετ δεν είχε την ίδια δυναμική ούτε φυσικά υπήρχαν views, streams και όλα αυτά τα δεδομένα που σήμερα μπορούν να σου δείξουν μια τάση. Δεν είχαμε τρόπο να «μετρήσουμε» αν θεωρούμασταν φαβορί ή όχι. Προσωπικά, ένιωθα ότι θα τα πάμε καλά, αλλά προσπαθούσα να μείνω συγκεντρωμένη σε αυτό που είχαμε να κάνουμε πάνω στη
σκηνή.

Μετά ξεκίνησε η ψηφοφορία, αλλά η Ελλάδα βρισκόταν χαμηλά στον πίνακα.
Στην αρχή της ψηφοφορίας είχαμε πραγματικά παγώσει. Υπάρχει και το βίντεο στο YouTube που κρατάει περίπου μιάμιση ώρα, γιατί τότε οι βαθμολογίες δίνονταν μία μία από κάθε χώρα. Ήταν μια διαδικασία που σου δοκίμαζε τα νεύρα. Θυμάμαι τη Ναταλία Γερμανού και τον Χρήστο Δάντη να μου κρατάνε το χέρι και να προσπαθούμε όλοι μαζί να παραμείνουμε ψύχραιμοι. Μάλιστα, τις προηγούμενες μέρες λέγαμε για πλάκα μεταξύ μας: «Φαντάζεσαι να βγούμε τελευταίοι με το Number One;». Στην αρχή της ψηφοφορίας εκείνη η πλάκα άρχισε να μοιάζει αληθινή και το άγχος μεγάλωσε.
Και πότε άρχισες να νιώθεις ότι μπορεί να «γυρίσει το παιχνίδι»;
Μετά το πρώτο μισάωρο αρχίσαμε να ανεβαίνουμε και να έρχονται τα δωδεκάρια το ένα μετά το άλλο. Προς το τέλος της ψηφοφορίας συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: Απέμεναν τέσσερις ή πέντε χώρες για να ολοκληρωθεί η διαδικασία και ο Άλεξ Παναγή είχε κάνει ήδη τους υπολογισμούς του. Ήρθε κοντά μου και μου ψιθύρισε στο αυτί: «Έλενα, μην αντιδράσεις, αλλά να ξέρεις ότι έχεις κερδίσει. Δεν αλλάζει το αποτέλεσμα, ό,τι κι αν ψηφίσουν οι υπόλοιποι». Εκείνη τη στιγμή άρχισα να τρέμω. Ήταν ένα συναίσθημα που δύσκολα περιγράφεται.

Και μετά τη νίκη, όταν έμεινες μόνη και συνειδητοποίησες τι είχε συμβεί,
τι σκέφτηκες;
Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ήταν η στιγμή που κάθισα πραγματικά μόνη μου για να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί. Θυμάμαι όμως έντονα την επιστροφή μας στην Ελλάδα την επόμενη μέρα με την πτήση 001 της Ολυμπιακής. Επίσης την υποδοχή στο αεροδρόμιο, τον κόσμο που είχε έρθει αλλά και την εμφάνιση στο προαύλιο της ΕΡΤ με χιλιάδες ανθρώπους. Στις δηλώσεις που έκανα όταν φτάσαμε, τη στιγμή που είπα τη λέξη «Ελλάδα», δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και ξέσπασα σε κλάματα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά το βάρος και τη σημασία της νίκης μου στον διαγωνισμό.
«Στις δηλώσεις που έκανα όταν φτάσαμε και είπα τη λέξη “Ελλάδα”, δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και ξέσπασα σε κλάματα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά το βάρος και τη σημασία αυτού που είχε συμβεί».
Η ανταπόκριση που έλαβες από τον κόσμο ήταν αυτή που περίμενες;
Ήταν συγκινητική. Άνθρωποι όλων των ηλικιών με σταματούσαν στον δρόμο και μου έλεγαν: «Κορίτσι μου, μας έκανες περήφανους». Δεν τους γνώριζα καν προσωπικά, σήμαινα όμως κάτι γι’ αυτούς. Έβλεπαν σ’ εμένα έναν δικό τους άνθρωπο· την κόρη τους, την ανιψιά τους, την αδερφή τους, την εγγονή τους.
Πώς κύλησαν οι μήνες μέχρι τη διοργάνωση της Αθήνας;
Ήταν γεμάτοι δουλειά: με πολλές συναυλίες, ηχογραφήσεις, νέα τραγούδια, βιντεοκλίπ, συνεχείς εμφανίσεις. Ήταν μια περίοδος με πάρα πολλή μουσική και δημιουργία, αλλά και με μεγάλη προετοιμασία, γιατί το 2006 η Ελλάδα θα φιλοξενούσε τον διαγωνισμό και θα υποδεχόταν όλη την Ευρώπη. Υπήρχε ευθύνη και ενθουσιασμός για το γεγονός ότι η Eurovision θα ερχόταν στη χώρα μας. Ταυτόχρονα, έβγαλα και το Mambo, το Gigolo, το Υπάρχει λόγος, έκανα εκείνο το υπέροχο MAD Secret Concert, όπου έδειξα κι άλλες πτυχές του εαυτού μου, και ετοίμασα και δύο άλμπουμ για την επόμενη χρονιά.

Πώς θυμάσαι τη διοργάνωση της Eurovision στην Αθήνα το 2006;
Ήταν μια φανταστική διοργάνωση και νομίζω ότι η Ελλάδα έδειξε τότε πολλά στοιχεία του πολιτισμού και της φιλοξενίας της, αλλά και το τι μπορούμε να κάνουμε ως χώρα όταν δουλεύουμε όλοι μαζί για κάτι μεγάλο. Όπως πάντα, ο Φωκάς Ευαγγελινός «ζωγράφισε» με τη σκηνική επιμέλεια. Ο Σάκης Ρουβάς και η Μαρία Μενούνος ήταν άψογοι στον ρόλο της παρουσίασης και χάρισαν πολύ ωραίο ρυθμό στη βραδιά. Ήταν επίσης πολύ τιμητικό το ότι η Νάνα Μούσχουρη έδωσε το σύνθημα για την έναρξη της ψηφοφορίας. Και φυσικά, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον Γιώργο Καπουτζίδη και τη Ζέτα Μακρυπούλια, που στην ελληνική εκφώνηση ήταν πραγματικά μαγικοί και δημιούργησαν μια πολύ ξεχωριστή ατμόσφαιρα σε όλη την τηλεοπτική μετάδοση.
Εκείνη τη χρονιά είχα κι εγώ την ευκαιρία να ανέβω ξανά στη σκηνή και να παρουσιάσω το My Number One σε μια διαφορετική εκδοχή, με περισσότερο μπαλέτο και κάποια ακροβατικά στοιχεία, αν θυμάμαι καλά, αλλά και το Mambo, που ήταν τότε το διεθνές σινγκλ μου. Αν δει κανείς προσεκτικά το βίντεο, θα διαπιστώσει ότι σε αρκετά σημεία που χορεύω φαίνεται να «σπάνε» μικρά κρυσταλλάκια από το φόρεμά μου και να πέφτουν πάνω στη σκηνή. Νομίζω ότι αυτό το έχουν παρατηρήσει κυρίως οι πιο φανατικοί φαν μου!
Κάποιοι έλεγαν τότε ότι, αν η ελληνική συμμετοχή εκείνης της χρονιάς ήταν το Mambo, ίσως η Ελλάδα να κέρδιζε ξανά. Το πιστεύεις;
Το βρίσκω ενδιαφέρον και έχει και πλάκα να το συζητάμε, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Το 2014 πήρες μέρος στο Melodifestivalen με το Survivor. Τι σε έκανε να δοκιμάσεις να εκπροσωπήσεις τη Σουηδία στον διαγωνισμό;
Ήταν το ίδιο το τραγούδι που με μάγεψε. Την περίοδο που ηχογραφούσα τον ξενόγλωσσο δίσκο μου, άκουσα τυχαία το Survivor. Θυμάμαι να σκέφτομαι αμέσως: «Αυτό το τραγούδι είναι για μένα». Όταν το είπα τότε στον παραγωγό του κομματιού, εκείνος μου απάντησε: «Έλενα, αυτό το τραγούδι είναι για το Melodifestivalen, δεν μπορώ να σου το δώσω». Και του είπα αυθόρμητα: «Ε, τότε θα πάω». Και έτσι ακριβώς έγινε. Στη Σουηδία, το Melodifestivalen είναι ένας τεράστιος θεσμός, ίσως ακόμη μεγαλύτερος σε απήχηση από την ίδια τη Eurovision. Είναι μια διοργάνωση που διαρκεί έξι εβδομάδες, με περισσότερες από τριάντα συμμετοχές, ημιτελικούς, τελικό και τη διαδικασία της «δεύτερης ευκαιρίας». Είναι μια απαιτητική και ανταγωνιστική διαδικασία, όπου έχουν συμμετάσχει ξανά καλλιτέχνες που έχουν ήδη κερδίσει ή διακριθεί και παρ’ όλα αυτά μπορεί να αποκλειστούν. Αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού. Για παράδειγμα, η Λορίν προσπάθησε τέσσερις φορές. Τις δύο κέρδισε και οδήγησε τη Σουηδία στην πρώτη θέση, ενώ τις άλλες δύο δεν πέρασε καν στον τελικό. Αυτό όμως δεν αναιρεί ούτε μειώνει την αξία της συμμετοχής. Θέλεις να δοκιμάσεις ξανά, ακόμη κι αν έχεις ήδη ζήσει μια μεγάλη νίκη.
Θα φανταζόσουν τον εαυτό σου να εκπροσωπεί τη Σουηδία;
Πάντα λέω «ποτέ μη λες ποτέ». Αν βρισκόταν το κατάλληλο τραγούδι, θα ξαναπήγαινα· είτε για την Ελλάδα, είτε για τη Σουηδία, είτε και για την Κύπρο.
Τι θεωρείς ότι έχει αλλάξει στη Eurovision σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν;
Η Eurovision αλλάζει, γιατί αλλάζει και η μουσική. Υπάρχει ποικιλομορφία. Σε μια χρονιά μπορεί να ακουστούν ροκ, έθνικ, μπαλάντες, πιο χιουμοριστικά τραγούδια, όλα με τον δικό τους χαρακτήρα. Αλλάζουν τα trends, οι ήχοι, οι τρόποι παραγωγής. Δύο δεκαετίες μετά, είναι απολύτως φυσιολογικό ο διαγωνισμός να έχει εξελιχθεί, είτε οπτικοακουστικά, είτε από άποψη παραγωγής, είτε με τη χρήση τεχνολογίας και εφέ, είτε με τον τρόπο που επικοινωνεί με τον κόσμο μέσα από τα σόσιαλ μίντια. Και, ειλικρινά, δεν θα έπρεπε να είναι ίδιος όπως ήταν πριν από είκοσι χρόνια.
Πιστεύεις ότι ένα τραγούδι σαν το My Number One θα μπορούσε να κερδίσει και σήμερα;
Δεν νομίζω ότι μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα. Το 2005 ήταν μια συγκεκριμένη στιγμή. Στη Eurovision δεν είναι μόνο το τραγούδι· είναι το τάιμινγκ, η ενέργεια, το πώς συνδέεται με το κοινό, το πώς παρουσιάζεται. Πρέπει κάπως όλα να ευθυγραμμιστούν και να συμβαδίσουν στο σύμπαν τη δεδομένη στιγμή.

