Ποιος είναι αυτός ο τύπος που κοπιάρει τόσο καλά τις κινήσεις της Lady Gaga; Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου –και όχι η μουσική– όταν ήρθα για πρώτη φορά σε μετωπική σύγκρουση με το «φαινόμενο Akylas», που θα εκπροσωπήσει φέτος την Ελλάδα στον διαγωνισμό (τραγουδιού) της Eurovision. Οι παρενθέσεις στον προσδιορισμό «τραγουδιού» είναι απαραίτητες: όσο περνούσαν τα χρόνια από την πρώτη Eurovision, και ειδικά μετά την τομή που σημειώθηκε με το televoting, το κομμάτι του χορού, του σόου, της σκηνικής παρουσίασης κάθε συμμετοχής, γινόταν ολοένα και πιο σημαντικό. Και αυτό παρότι οι χορογράφοι ή οι καλλιτεχνικοί επιμελητές της κίνησης των ερμηνευτών –με λιγοστές εξαιρέσεις, όπως εκείνης του Φωκά Ευαγγελινού, που ήταν ήδη τηλεοπτικά γνωστός πριν συνδέσει το όνομά του με τη Eurovision– όπως και οι συνοδοί χορευτές συνήθως αποτελούν «ανώνυμα» μέλη των αποστολών.

Ανάμεσα στις εκατοντάδες συμμετοχές των 70 ετών του διαγωνισμού είναι αδύνατον να ξεχωρίσει κανείς με αντικειμενικά κριτήρια κάποιες για το επίπεδο της σκηνικής τους παρουσίασης, χωρίς να αδικήσει άλλες. Έτσι, ισορροπώντας στις μύτες και με κριτήριο το προσωπικό γούστο, που δεν είναι απαραιτήτως υποκειμενικό, ακολουθούν επτά που σημάδεψαν με έναν sui generis τρόπο τη Eurovision· όχι απαραίτητα για το πλασάρισμα ενός τραγουδιού σε καλύτερη θέση, αλλά ενδεχομένως περισσότερο για τη μετάδοση ενός μηνύματος το οποίο δεν περίμενε κανείς. Πριν προχωρήσουμε σε αυτές, θα αναφέρουμε τιμής ένεκεν την περίπτωση της νίκης της Σελίν Ντιόν το 1988, όταν διαγωνίστηκε για την Ελβετία με το Ne partez pas sans moi, καθώς χαράχτηκε στη μνήμη μας εξίσου για τη φοβερή της ερμηνεία και για τις τόσο αμήχανες, αξιαγάπητες κινήσεις της.
Οι αξέχαστοι χοροί

Δεν γίνεται να δεις τον οποιονδήποτε να χορεύει με αυτόν τον τρόπο –πόσω μάλλον τον Κλιφ Ρίτσαρντ– και να ξεχάσεις την αίσθηση που σου προκάλεσε. Την πρώτη φορά που συμμετείχε στον διαγωνισμό, το 1968, με το Congratulations, η «νευρόσπαστη» κίνησή του στη σκηνή –συνδυασμός ροκ εν ρολ και μιούζικαλ με δόση μίμησης tap dancing– ήταν αρκετή για να «τρελάνει τις κάμερες». Η δεύτερη, το 1973, στο Μεγάλο Θέατρο του Λουξεμβούργου, υπήρξε ο ορισμός της περφόρμανς που με μια δόση χιούμορ θα περιγράφαμε ως «μη με λησμόνει». Σε στρατηγικά σημεία της σκηνικής ερμηνείας του Power to all our friends –μιας «λουλουδάτης» ποπ της εποχής, που του χάρισε την τρίτη θέση στον διαγωνισμό– κουνούσε τα πόδια και τα χέρια του με έναν τρόπο αλά «η θεία μου η χίπισσα», που ακόμα και σήμερα, αν τον δεις, δεν μπορείς να τον «ξεδείς». Ανάλογη περίπτωση είναι εκείνη του Γερμανού Γκίλντο Χορν, που το 1998 δημιούργησε πανικό στη σκηνή της National Indoor Arena του Μπέρμιγχαμ με το Guildo hat euch lieb! Ο αθεόφοβος κάρακτερ αρτίστας κατέλαβε την έβδομη θέση κάνοντας, περίπου, τη μαϊμού (σκαρφάλωσε μέχρι και στα σταγκόνια της σκηνής). Και κάπως έτσι παρέδωσε στην Ιστορία για να το κρίνει ένα αναρχικό act ριζοσπαστικής παρωδίας. Chapeau!
Αβανγκάρντ στο «πανηγυράκι»

Πώς είναι να υπονομεύεις εκ των έσω την «ελαφρότητα» ενός θεάματος που κάποιοι περιγράφουν ως «πανηγυράκι»; Κάτι το όχι τόσο σπάνιο, επομένως όχι τόσο δύσκολο στην περίπτωση της Eurovision, καθώς είναι πολλές οι καλλιτεχνικά πρωτοποριακές συμμετοχές, τόσο σε μουσικό όσο και σε επίπεδο σκηνικής υποστήριξης. Η περίπτωση του n Osíris, που το 2019 ερμήνευσε με έναν φωνητικο-κινητικό τρόπο και σε διάλογο με τον χορευτή Ζουάου Ρέις Μορέιρα το Telemóveis είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές. Το δε impact της παραμένει ισχυρό, παρότι αποκλείστηκε στους ημιτελικούς. Οι δύο άνδρες παρουσίασαν μια άκρως ιδιοσυγκρασιακή περφόρμανς που αντλούσε κώδικες από τον σύγχρονο χορό (κάτι που είχε κάνει πριν από αυτούς, μεταξύ άλλων, η Λορίν το 2012, όταν κέρδισε τον διαγωνισμό με το Euphoria). Μάλιστα, οι δυο τους συνεργάζονταν πολύ πριν από τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό, με τον αυτοδίδακτο Ρέις Μορέιρα να αυτοσχεδιάζει λάιβ τις κινήσεις του, καθώς ήταν «κατά της μαρκαρισμένης χορογραφίας, υπέρ της στιγμιαίας έκφρασης». Στη σκηνή, πάντως, του Expo Tel Aviv ανέβηκαν ντυμένοι με ζαπονέ, όλο πλισέ κοστούμια, αθλητικά παπούτσια που επέτρεπαν τον χορό στις μύτες και τον Conan Osíris να έχει στερεώσει ένα φουτουριστικό αξεσουάρ στο πρόσωπό του, για να εκτελέσουν ένα «στάνταρ» θέαμα με ρέουσα κίνηση, το οποίο συνδύαζε τις αφρικανικές και street χορευτικές παραδόσεις με το οριεντάλ και το μπαλέτο.
Πιρουέτες με ειδικό βάρος

Την ίδια χρονιά που ο Conan Osíris και ο Ζουάου Ρέις Μορέιρα έκαναν κυριολεκτικά τα «δικά τους», ο/η άλ Ασανί εκπροσώπησε τη Γαλλία με το Roi, έναν ύμνο προσωπικής ενδυνάμωσης, καταλαμβάνοντας τη 16η θέση. Ο/η Ασανί, που τότε δεχόταν επί καθημερινής βάσεως ρατσιστικά σχόλια και απειλές κατά της ζωής του/της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανέβηκε στη σκηνή του Expo Tel Aviv με δύο ατυπικές χορεύτριες: τη μεγαλόσωμη Λίζι Χάουελ –η οποία πριν από τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό είχε γίνει viral στο Instagram κάνοντας πιρουέτες– και την κωφή Λιν Τσινγκ Λανγκ. Αμφότερες πρόσφεραν ένα θέαμα που δεν ήταν μόνο υψηλού επιπέδου αλλά και υψηλού συμβολισμού. Ειδικά ο κλασικός χορός της Χάουελ, με την παράλληλη εμφάνιση στο video wall τίτλων όπως «teen ballerina smashes stereotypes» (νεαρή μπαλαρίνα σπάει τα στερεότυπα), υπήρξε μια επιλογή εναρμονισμένη με την αναδυόμενη τότε τάση της συμπερίληψης διαφόρων μεγεθών σωμάτων ως δυνητικά όμορφων και εν προκειμένω χορευτικά ικανών. Φευ! Ακολούθησε η εποχή του Ozempic και των ενέσεων Mounjaro, που έκαναν ξανά τα χορεύοντα σώματα «αδύνατα στο λεπτό».
Αρσενικά και παλιά μάρμαρα

Γυρίζοντας πίσω τον χρόνο στο 2011 και στην Esprit Arena του Ντίσελντορφ, μπορούμε να δούμε από ψηλά τους κοστουμαρισμένους Γιώρκα και Stereo Mike να ερμηνεύουν το Watch my dance. Το act τους υποστήριζαν χορευτικά τέσσερις break dancers, όλοι άντρες, οι οποίοι «ήξεραν και από στιλιζαρισμένο ζεϊμπέκικο». Στο δε μπλε backdrop της κυκλικής σκηνής προβάλλονταν λευκές εικόνες ελληνικής αρχαιότητας (κίονες ιωνικού ρυθμού), οι οποίες συνεισέφεραν στη μουσικοχορευτική επιτέλεση μιας αρχαιογραμμικής –παραδόξως ή και όχι «men only»– ελληνικής φαντασμαγορίας, η οποία σιγόνταρε νοηματικά τους στίχους του τραγουδιού. Τις ίδιες μέρες που λάμβανε χώρα εκείνος ο διαγωνισμός της Eurovision, στο παράλληλο σύμπαν της Αθήνας, το τραγούδι θα μπορούσε να αποτελεί το τέλειο αντικαθρέφτισμα του κινήματος των «Αγανακτισμένων», στο οποίο το αντιστασιακό ντισκούρ συνυφαινόταν στα άκρα του με αφηγήσεις που έθεταν έννοιες όπως του έθνους και της πατρίδας στο κέντρο τους. Να σημειωθεί ότι το Watch my dance κατέκτησε την έβδομη θέση και η σκηνική του παρουσίαση έφερε τη σφραγίδα-εγγύηση του Κωνσταντίνου Ρήγου, σημερινού καλλιτεχνικού διευθυντή του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Τσιφτετέλι «ιντερνάσιοναλ»
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και πιο συγκεκριμένα το 2003, είχε έρθει η ώρα να χορέψει η Ευρώπη τσιφτετέλι, το οποίο δεν ήταν ακριβώς τούρκικο, όπως λέει το σχετικό άσμα του Στέλιου Καζαντζίδη, αλλά «ιντερνάσιοναλ». Κι αυτό διότι στην αρένα Skonto, στη Ρίγα της Λετονίας, η Τουρκάλα σούπερ σταρ Σερτάμπ Ερενέρ ανέβηκε για να ερμηνεύσει το Everyway that I can συνοδευόμενη από τις Γερμανίδες Άνια φον Γκέλντερν και Κριστίνα φαν Λέιεν, την Αυστριακή Κλαούντια Κράξνερ και την Τουρκάλα Όζγκε Φισκίν, όλες τους χορεύτριες με έδρα τη Βιέννη. Ο τότε πολύ σύγχρονος καίτοι ανατολίτικος ήχος του τραγουδιού, σε συνδυασμό με το act που ισορροπούσε ανάμεσα στο οριεντάλ, το freestyle και τις χορογραφίες των βιντεοκλίπ ποπ μουσικής, «έπεισε» τους Ευρωπαίους τηλεθεατές που του χάρισαν την πρώτη θέση. Η δε επιβράβευση του «world» χρώματος στο μουσικοχορευτικό θέαμα συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά, όταν η Ουκρανή Ρουσλάνα κέρδισε τον διαγωνισμό με τους Wild dances της στην Αρένα Αμπντί Ιπεκτσί στην Κωνσταντινούπολη. Σε εκείνη τη διοργάνωση, η Σερτάμπ, που χαίρει status gay icon, τραγούδησε το Everyway that I can ως opening act της βραδιάς, κάνοντας μια τολμηρή για την εποχή αλλά και τη χώρα της ανατροπή· αντικατέστησε τις «χορεύτριες της Βιέννης» με ημίγυμνους άντρες, προσφέροντας ένα αλλόκοτα γοητευτικό κουίρ σόου.
Έλα στο καμπαρέ…

Έναν χρόνο πριν η Σερτάμπ κατακτήσει τη Δύση, αλλά και επί πολλά χρόνια μετά από αυτό το ορόσημο της καριέρας της, το ΛΟΑΤΚΙΑ+ λεξιλόγιο που έχουμε σήμερα διαθέσιμο κυκλοφορούσε μόνο ανάμεσα στις κοινότητες των ακαδημαϊκών και των ακτιβιστών. Εξ ου και τις ντραγκ κουινς Sestre από τη Σλοβενία τις περιγράφαμε ως τραβεστί. Επρόκειτο για τη Marlenna (Τόμαζ Μιχέλιτς), την Daphne (Στρέτσκο Μπλας) και την Emperatrizz (Ντάμιαν Λέβετς), η οποία μάλιστα το 1997 είχε στεφθεί Μις Ευρώπη σε μια διοργάνωση καλλιστείων για τραβεστί. Οι τρεις τους ξεκίνησαν την καριέρα τους σε ένα από τα πλέον εμβληματικά underground κλαμπ της Λιουμπλιάνας, το Κ4, ενώ στο Ταλίν της Εσθονίας, παρότι ήταν φαβορί για τη νίκη με το Samo ljubezeni, κατέληξαν στη 13η θέση. Γιατί αξίζουν μία θέση στη λίστα μας; Επειδή η συμμετοχή τους με την decadent αισθητική δεν είχε καμία σχέση με τα λουστραρισμένα ΛΟΑΤΚΙΑ+ acts που είδαμε στον διαγωνισμό μετά τη νίκη της Ντάνα Ιντερνάσιοναλ με την Diva, το 1998. Οι Sestre, ντυμένες αεροσυνοδοί, με κόκκινα ταγέρ όλο παγιέτες και σεταρισμένα αξεσουάρ, συνοδευόμενες από τρία άτομα στα φωνητικά που φορούσαν στολή πιλότου, είχαν μεν ενσωματώσει στη χορογραφία τους στιλιζαρισμένες κινήσεις αεροσυνοδών, αλλά ο τρόπος που υπήρχαν πάνω στη σκηνή παρέπεμπε περισσότερο στις κομψές, περιορισμένου εύρους χορογραφίες των Supremes, με έναν τρόπο που ισορροπούσε ανάμεσα στην επιτελεστική σεμνοτυφία και το υπαινικτικό sexiness ενός σόου που θα ταίριαζε σε «παρακμιακό καμπαρέ». Και αυτός ο χαρακτηρισμός ταιριάζει περισσότερο στη Eurovision από εκείνον που τη θέλει «πανηγυράκι».
Πάνω απ’ όλα το attitude
«Έρχομαι από μια χώρα που, πλέον, δεν υπάρχει», αρέσκεται να λέει η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, ιέρεια της περφόρμανς αρτ. Το έτος 1990, όμως, η πατρίδα της, η «Ενωμένη Γιουγκοσλαβία», υφίστατο –τύποις, η διάλυσή της θα ξεκινούσε την επόμενη χρονιά– και στο Μέγαρο Μουσικής Βάτροσλαβ Λισίνσκι, στο Ζάγκρεμπ, οι αδερφές Ενκάρνα και Τόνι Σαλαθάρ, γνωστές ως Azúcar Moreno (το όνομα του ντουέτου τους μεταφράζεται ως «Καστανή Ζάχαρη» και αναφέρεται στη Ρομά καταγωγή τους), θα χόρευαν παθιασμένα το Bandido, ένα ξεσηκωτικό τραγούδι που ισορροπούσε ανάμεσα στο φλαμένκο και την ισπανική ρούμπα, με τα συνθεσάιζερ να δίνουν τον τόνο στις στακάτες κιθάρες και τη γιορτινή του διάθεση. Το πρώτο μέρος της εμφάνισης των Azúcar Moreno, μάλιστα, ήταν κυριολεκτικά χορευτικό, καθώς στα πρώτα 45 του δευτερόλεπτα, σε σύνολο 3 λεπτών, είδαμε τις δύο αδερφές «απλώς και μόνο» να χορεύουν είτε συγχρονισμένες μεταξύ τους, αν και όχι απόλυτα, είτε σε σωματικό διάλογο, όπως οι πιο «ανέμελες και χαμογελαστές» Αγκνιέθα και Άνι-Φριντ των ABBA το 1974, όταν κέρδισαν τη Eurovision με το Waterloo. Η εκρηκτική σκηνική παρουσία των Σαλαθάρ, η τσιγγάνικη ενέργεια, οι φιγούρες του φλαμένκο, οι δυναμικές κινήσεις των μακριών χεριών και πάνω απ’ όλα το περήφανο attitude τους απογείωσαν το τραγούδι, το οποίο κατέλαβε την πέμπτη θέση στην τελική κατάταξη και χορεύεται μέχρι σήμερα σε πάρτι, κλαμπ και κατά μόνας, μπροστά στον καθρέφτη.

