Μέσα από παράθυρα και πόρτες μισάνοιχτες, αποκαλύπτεται το εσωτερικό ενός σπιτιού. Στην πρώτη πράξη όλα είναι γιορτινά: το σκηνικό θυμίζει χριστουγεννιάτικη κάρτα. Παρακολουθούμε την ευτυχισμένη οικογένεια των Χέλμερ –τη Νόρα, τον Τόρβαλντ και τις τρεις κόρες τους– σε μια ζωή που κυλάει υπέροχα όμορφη σαν διαφήμιση. Και ύστερα, σταδιακά το φως βαραίνει, η οικειότητα γίνεται στενότητα και η συζυγική αγάπη δείχνει τα κοφτερά της δόντια. Στην τρίτη πράξη η μεταμόρφωση είναι πλήρης. Το κουκλίστικο σπίτι της Νόρας δεν είναι πια στολίδι, αλλά εκρηκτικός μηχανισμός. Η «Κουκλίτσα», σε σκηνοθεσία Μαρίας Πανουργιά, βασισμένη στο «Κουκλόσπιτο» του Ιψεν, παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο. Στις δύο ώρες της παράστασης, η επίσκεψη στο εσωτερικό ενός από τα πιο εμβληματικά σπίτια της παγκόσμιας δραματουργίας μετατρέπεται σε σκανδιναβικό θρίλερ. Το σκηνικό της Πουλχερίας Τζόβα λειτουργεί σαν κλειδαρότρυπα: ο θεατής παρακολουθεί μια οικογενειακή ζωή που μεταλλάσσεται σε φυλακή, ενώ η χωροθέτηση επιτρέπει σε κάθε βλέμμα να συλλάβει μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας ιστορίας.
Η Νόρα της Στέλλας Βογιατζάκη δεν φεύγει ποτέ από τη σκηνή, σε μια ερμηνεία απαιτητική τεχνικά και υποκριτικά. «Οταν άρχισα να δουλεύω τον ρόλο, η λέξη “κουκλίτσα” ήταν οδηγός. Από τη μια, η Νόρα έχει κάτι τρυφερό και αθώο. Από την άλλη, είναι μια γυναίκα που προσπαθεί να ανασάνει μέσα σε μια ταυτότητα που της φόρεσαν άλλοι – ο πατέρας της αρχικά και στη συνέχεια ο σύζυγός της. Στην πορεία της μεταμόρφωσης χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητά της ως το μοναδικό εργαλείο επιβίωσης που της έχει απομείνει», μας λέει η ηθοποιός.
«Η απόδραση της Νόρας δεν είναι μοναχική. Οι τρεις κόρες της λειτουργούν ως οι “επόμενες Νόρες”· είναι τα παραμελημένα παιδιά που κινδυνεύουν να βιώσουν τον ίδιο κύκλο μέσα σε κουκλόσπιτα», εξηγεί η πρωταγωνίστρια Στέλλα Βογιατζάκη.
Στην πρώτη πράξη η Νόρα παίζει με την άγνοια κινδύνου. Η απόλαυση του φαγητού και η σπατάλη δεν είναι επιπολαιότητα· είναι άμυνα. Στη δεύτερη πράξη γίνεται έφηβη. Το σώμα της αλλάζει, η επιθυμία της αποκτά μορφή, και μαζί της γεννιέται ένας θυμός που δεν έχει ακόμη λέξεις. Και στην τρίτη πράξη έρχεται η ενηλικίωση. «Αυτό που με συγκινεί περισσότερο στη δική μας ανάγνωση του έργου είναι το γεγονός ότι η απόδραση της Νόρας δεν είναι μοναχική. Οι τρεις κόρες της λειτουργούν ως οι “επόμενες Νόρες”· είναι τα παραμελημένα παιδιά που κινδυνεύουν να βιώσουν τον ίδιο κύκλο μέσα σε κουκλόσπιτα. Κι έτσι, στο τέλος, η φυγή της μοιάζει σχεδόν με φυγάδευση, σαν να τη σπρώχνουν οι κόρες της προς μια νέα πραγματικότητα», εξηγεί η κ. Βογιατζάκη.

Με τη σύγχρονη ματιά της Μαρίας Πανουργιά, η Νόρα καταβροχθίζει γλυκά. Η λαιμαργία μοιάζει με μια επαναλαμβανόμενη πράξη αντίστασης που προετοιμάζει το έδαφος για την κορύφωση. «Η σχέση με το φαγητό έχει μια συμβολική διάσταση. Η Νόρα τρώει κρυφά και υπερβολικά, σαν παιδί που αντιδρά στον περιορισμό», εξηγεί η ηθοποιός. «Η ζάχαρη τη διεγείρει, την υπερφορτίζει και τελικά την οδηγεί σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να ελέγξει. Σαν να παρακολουθεί κανείς μια γυναίκα που προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία της μέσα σε ένα περιβάλλον που τη μικραίνει, ενώ η ίδια αναζητάει μια αναπνοή ελευθερίας». «Μήπως η μικρή μου λαίμαργη έκανε αταξία στην πόλη; Δεν έκανε καμία στάση στο ζαχαροπλαστείο η μικρή μου λαίμαργη; Δεν ροκάνισε ούτε ένα αμυγδαλωτό;», λέει στη Νόρα ο σύζυγός της Τόρβαλντ σε μια σκηνή που θυμίζει «ανάκριση». «Ξεκινάει σαν παιχνίδι, σχεδόν σαν ένα ιδιωτικό αστείο ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που γνωρίζονται καλά. Αλλά πολύ γρήγορα αποκαλύπτει κάτι βαθύτερα άρρωστο στη σχέση τους», μας λέει ο Φιντέλ Ταλαμπούκας, που υποδύεται τον Τόρβαλντ Χέλμερ. «Επαναλαμβάνω τις ερωτήσεις με έναν τόνο που μοιάζει αθώος, όμως η επιμονή δημιουργεί μια κλιμάκωση έντασης. Είναι μια σύντομη σκηνή, αλλά εξαιρετικά εύστοχη: συμπυκνώνει όλη τη δυναμική της σχέσης – τον έλεγχο, την υποψία, την ανάγκη κυριαρχίας». Ο Τόρβαλντ αντιμετωπίζει τη Νόρα σαν μικρό κοριτσάκι που πρέπει να υπακούει, να ακολουθεί τις συμβουλές του, να κινείται μέσα στα όρια που εκείνος θέτει. Η ρήξη έρχεται όταν, μετά την έκρηξη, εκείνος συνειδητοποιεί πως η προσπάθεια επαναφοράς της παλιάς ισορροπίας δεν θα πετύχει. «Οι άνθρωποι που κατέχουν εξουσία συχνά υπερεκτιμούν τη δύναμή τους. Θεωρούν δεδομένο ότι οι άλλοι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον ρόλο που τους έχουν αποδώσει. Ετσι γεννιέται μια σιγουριά, ένας εφησυχασμός που μοιάζει με τύφλωση που η ίδια η εξουσία παράγει», αναφέρει ο ηθοποιός. «Η βία, λεκτική ή σωματική, συχνά εμφανίζεται όταν αυτή η εξουσία αισθανθεί ότι απειλείται. Αυτή η σύγκρουση που περιγράφει ο Ιψεν είναι απολύτως επίκαιρη».
«Κουκλίτσα», Εθνικό Θέατρο, Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Τετάρτη και Κυριακή στις 19.00, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 20.30.

