Ο Αμλετ είναι ένα κλασικό έργο που έχει παρουσιαστεί στο θέατρο με αμέτρητους τρόπους, ενώ πρόσφατα μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία της Κλόι Τζάο, με την Τζέσι Μπάκλεϊ να κερδίζει το Οσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Τι συμβαίνει όμως όταν ο ίδιος ο σαιξπηρικός ήρωας γίνεται για πρώτη φορά σκηνοθέτης της δικής του ιστορίας; Πώς αλλάζει η οπτική του έργου όταν ο ήρωας αναλαμβάνει ο ίδιος τον έλεγχο της αφήγησης, μετατρέποντας την προσωπική του τραγωδία σε θεατρικό μηχανισμό αποκάλυψης;
Την απάντηση επιχειρεί να δώσει στις 19 Απριλίου, στο θέατρο Πορεία, η Σοφία Αντωνίου με τη νέα της παράσταση «Αμλετ (machine)», όπου το κλασικό σαιξπηρικό κείμενο συναντά τη «Μηχανή Αμλετ» του Χάινερ Μίλερ, το εμβληματικό έργο του 1977. Στο κείμενο του Μίλερ, ο πρωταγωνιστής δεν είναι πια ο τραγικός ήρωας που επιδιώκει να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του, αλλά ένας διανοούμενος εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αδράνεια και στην αδυναμία να αλλάξει τον κόσμο, κουβαλώντας τα τραύματα του Ψυχρού Πολέμου και της Ανατολικής Γερμανίας.
«Η “μηχανή” στον τίτλο του Μίλερ παραπέμπει σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη εμπειρία μετατρέπεται σε μηχανισμό επανάληψης, βίας και ιστορικής φθοράς», λέει η σκηνοθέτις. «Οταν τα δύο κείμενα συναντιούνται, νιώθω ότι μιλούν πιο ολοκληρωμένα για την ιστορία του Σαίξπηρ – για το πριν, το τώρα και το μετά. Η συνύπαρξή τους κάνει το έργο διαχρονικό. Ο Μίλερ φέρνει τη σκληράδα και τον κυνισμό, ενώ ο Σαίξπηρ την ομορφιά και τον λυρισμό».
Αν και τα δύο κείμενα αρχικά έμοιαζαν να συγκρούονται, στην πορεία άρχισαν να «γλιστρούν» το ένα μέσα στο άλλο, μέχρι που ενώθηκαν οργανικά, γεννώντας ένα νέο θεατρικό σώμα. «Η λύση ήταν να στηθεί μια παράσταση μέσα στην παράσταση. Στις πρώτες αναγνώσεις οι ηθοποιοί δεν καταλάβαιναν πού είναι ο Μίλερ και πού ο Σαίξπηρ», αναφέρει η σκηνοθέτις και εξηγεί ότι αυτή η σύγχυση δεν ήταν εμπόδιο, αλλά μέρος της διαδικασίας. «Η επιλογή να παρουσιαστεί ο Αμλετ ως σκηνοθέτης της ίδιας του της ιστορίας πατάει πάνω στη θεατρική συνθήκη του Σαίξπηρ. Στη δική μας εκδοχή, όπως και στο πρωτότυπο, οι ηθοποιοί στήνουν μια παράσταση για να τη δει ο βασιλιάς και να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Την ίδια στιγμή, ο πρωταγωνιστής, τον οποίο υποδύεται ο Δημήτρης Καπουράνης, στήνει κι εκείνος μια παράσταση για να αποκαλύψει κάτι στο κοινό».

Η ερμηνεία του συγκεκριμένου χαρακτήρα συχνά περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα της αδράνειάς του: Γιατί ο Αμλετ δεν σκοτώνει αμέσως τον Κλαύδιο, παρότι γνωρίζει ότι δολοφόνησε τον πατέρα του; Η Αντωνίου προσεγγίζει αυτό το ερώτημα από μια διαφορετική οπτική. «Δεν είναι ένας άνθρωπος που δεν δρα· το αντίθετο, δρα με τη σκέψη του. Η αίσθηση πως είναι εγκλωβισμένος να επαναλαμβάνει την ιστορία του, τον ωθεί είτε να την αφηγηθεί πιστά είτε να αναζητήσει μια μετατόπιση που θα του επιτρέψει να αποδράσει από αυτήν. Η δράση του δεν είναι εξωτερική, αλλά εσωτερική· δεν είναι σωματική, αλλά νοητική. Η καθυστέρηση δεν είναι αδυναμία, αλλά μορφή αντίστασης», αναφέρει.
Στη δική μας εκδοχή oι ηθοποιοί στήνουν μια παράσταση για να τη δει ο βασιλιάς και να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Την ίδια στιγμή, ο πρωταγωνιστής στήνει κι εκείνος μια παράσταση για να αποκαλύψει κάτι στο κοινό.
Η ιδέα της ενασχόλησης με το σαιξπηρικό κείμενο γεννήθηκε ήδη από το 2021, όταν η δημιουργός αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από τότε το έργο συνέχισε να ωριμάζει μέσα της, όπως λέει, σαν μια εσωτερική διεργασία που δεν έπαψε να εξελίσσεται, μέχρι να φτάσει η στιγμή που θα μπορούσε να πάρει τη μορφή μιας ολοκληρωμένης σκηνικής πρότασης. «Ο Αμλετ εμπεριέχει όλα τα έργα της δραματουργίας, κλασικής και σύγχρονης. Η ποίησή του, η συνομιλία του με το σήμερα, τα υπαρξιακά αλλά και τα πολιτικά ερωτήματα που θέτει, το καθιστούν ένα κείμενο που μιλάει για τα πάντα και για όλους», σημειώνει.
Στον σημερινό κόσμο, όπου τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα συχνά μας κάνουν να νιώθουμε αδύναμοι, ο Αμλετ για εκείνη λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η δράση δεν είναι μόνο οι μεγάλες αποφάσεις και το παίρνεις ρίσκα. «Υπάρχουν και οι μικρές, καθημερινές πράξεις που μπορούν να μας μετατρέψουν σε Αμλετ. Ο άνθρωπος που βλέπει μια αδικία και δεν σιωπά, αλλά επιλέγει να μιλήσει, γίνεται φορέας μιας άλλης μορφής δράσης – όχι θεαματικής, αλλά ουσιαστικής. Ετσι, ο Αμλετ παραμένει μια ευκαιρία: μια πρόσκληση να σταθούμε, να σκεφτούμε και να αντισταθούμε μέσα στον σύγχρονο κόσμο», καταλήγει.
«Αμλετ (machine)», πρεμιέρα 19/4 στο θέατρο Πορεία.

