Χρήστος Βαλαβανίδης (1944-2026): Το «βεστιάριο» με τους ρόλους ενός πολυτάλαντου

Χρήστος Βαλαβανίδης (1944-2026): Το «βεστιάριο» με τους ρόλους ενός πολυτάλαντου

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης, το «πιο παλιό κουρέλι της παρέας», αφήνει πίσω του πλούσιο και αξέχαστο κινηματογραφικό, τηλεοπτικό και (κυρίως) θεατρικό αποτύπωμα

4' 42" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Χρήστος… το πιο παλιό κουρέλι της παρέας»: λόγια που ανήκουν σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς διαλόγους του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, λέξεις διά στόματος Χρήστου Βαλαβανίδη στα «Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», ταινία που γύρισε ο Νίκος Νικολαΐδης στο σπίτι του στην Κηφισιά στα τέλη του ’70. Εκεί έστησε ένα καστ από μια παρέα πέντε φίλων που είχαν να μιλήσουν είκοσι χρόνια, και τους κινηματογράφησε να κλείνουν λογαριασμούς τους με το παρελθόν. Ο Βαλαβανίδης έδωσε με τον κεντρικό του ρόλο φωνή σε μια ολόκληρη «χαμένη γενιά» που ζούσε την απομυθοποίηση της Μεταπολίτευσης και η ερμηνεία τού απέφερε το βραβείο Α΄ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η συνεργασία στάθηκε κομβική για τον σκηνοθέτη, αφού, μέσα από το πρόσωπο και τον ρόλο του πρωταγωνιστή του, εμπνεύστηκε στοιχεία που θα χαρακτήριζαν το μετέπειτα έργο του (από την εμμονή στις τελετουργίες και στο μαύρο χιούμορ έως τη διάχυτη αίσθηση πως «η επανάσταση χάθηκε»).

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Η προσωπικότητά του σμιλεύτηκε συνδυάζοντας δύο κόσμους: τους δρόμους της μεταπολεμικής Καλλιθέας και το νυχτερινό γυμνάσιο με τον καλλιτεχνικό κύκλο της συγγενικής του οικογένειας Μεντή και της ξαδέλφης του, Νένας. Από εκεί γεννήθηκε η αγάπη για την τέχνη και ένα επαγγελματικό ήθος χαμηλών τόνων, που κράτησε έως το τέλος.

Αποφοίτησε από το Εθνικό Θέατρο και ξεκίνησε την καριέρα του με τον «Μορμόλη» στην Παιδική Σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου. Σε μια εποχή που η ελευθερία του λόγου ήταν περιορισμένη, η παράσταση κατάφερε να μιλήσει στα παιδιά (και στους μεγάλους) για πράγματα όπως η φαντασία και η ανυπακοή.

Το 1980 ήταν χρονιά-σταθμός, καθώς συμμετείχε στη μετονομασία του «Ελεύθερου Θεάτρου» σε «Ελεύθερη Σκηνή». Εκεί, μαζί με τον Σταμάτη Φασουλή, την Αννα Παναγιωτοπούλου, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον Μίμη Χρυσομάλλη έστησαν παραστάσεις που, όπως συνήθιζαν να λένε οι ίδιοι, «μύριζαν δημοκρατία». Η φράση αποτύπωνε το πνεύμα της ομάδας: κατάργησαν το παλιό μοντέλο του «πρώτου» θιασάρχη για χάρη της συλλογικής δημιουργίας και, παράλληλα, βοήθησαν το κοινό να μάθει ξανά να γελάει ελεύθερα με την εξουσία – αλλά και τον «εαυτό» του. Ενώ οι Ελληνες προσπαθούσαν ακόμη να αποβάλουν το σκοτάδι της επταετίας, εκείνος και η παρέα του έδιναν στο Αλσος Παγκρατίου μια ανάσα.

Στην τηλεόραση, ως Κώστας Χατζηγιώργης στους «Αυθαίρετους» (1989), έγινε ο καθρέφτης του νεοελληνικού αμοραλισμού λίγο πριν από τη σαρωτική έλευση των ’90s και του «lifestyle». Υποδυόμενος τον ρόλο ενός ιδιοκτήτη πιάνο-μπαρ, αποτύπωσε μοναδικά την κακογουστιά μιας ολόκληρης εποχής. Μία πενταετία νωρίτερα, στη «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, αποτύπωσε αξέχαστα τον παραλογισμό της στρατιωτικής εξουσίας εκείνης της δικτατορικής εποχής. Ως ταγματάρχης Καραβίδης, παραδίδοντας μάθημα πολιτικών φρονημάτων, στριμώχνει τον φαντάρο «Καραμαζόφ» με την εξής μνημειώδη ατάκα: «Ατομικές ελευθερίες έχουν; Μπορείς να βγεις στην Ερυθρά Πλατεία και να πεις “ο σύντροφος Μπρέζνιεφ είναι μαλάκας”;».

Το 1996, μαζί με τη συζυγό του Ασπασία Κράλλη, δημιούργησε το Από Μηχανής Θέατρο, μετατρέποντας έναν βιομηχανικό χώρο στο Μεταξουργείο σε σημείο πολιτισμού. Εκεί στέγασαν το καλλιτεχνικό τους όραμα, επιλέγοντας σταθερά ρεπερτόριο υψηλών απαιτήσεων. Σε όλη αυτή τη θεατρική και κινηματογραφική διαδρομή τον οδήγησε η φιλοσοφία της «πραγματικότητας της πράξης» – μια πρακτική που τον συνδέει με ηθοποιούς όπως ο Ρόμπερτ Ντιβάλ, με δεδομένο πως αμφότεροι απεχθάνονταν την εξαντλητική θεωρητική ανάλυση των ρόλων και εμπιστεύονταν απολύτως το ένστικτο, το «εδώ και τώρα», και την ενέργεια που γεννιέται στη σκηνή ή το σετ. «Είμαι του “αν μπορείς, κάν’ το τώρα”», έλεγε.

Η ευθύτητα και ο αυτοσχεδιασμός που χαρακτήριζαν τις ερμηνείες του υπήρχαν και στα γραπτά του: «Κατά βάθος ήμουν ποιητής», είχε πει στο Popaganda το 2018, αφήνοντας πίσω του συλλογές όπως η «Ανοιχτή ακρόαση» (εκδ. Καστανιώτη, 2007) και τα «Ανέκδοτα, αδέσποτα και ιδιωτικά» (εκδ. Βακχικόν, 2022). Οι στίχοι του μίλησαν για τις απογοητεύσεις, τον χρόνο που φεύγει και τις καθημερινές απώλειες, λειτουργώντας, όπως έγραψε η κριτική, σαν «υπομνήσεις του καιρού που πέρασε». Η γραφή του, αποφθεγματική και περιεκτική, έχτιζε με οικονομία και δυνατές εικόνες μια «αυτοπροσωπογραφία» που αναζητά την αλήθεια στα «βαθιά»: «Κι αν δεν θέλει να πει λέξη σε κανέναν / μέσα του φλυαρεί με τα φαντάσματα / ζητάει πάντα να βρει αυτόν, τον έναν / μέσα στα υποσυνείδητα κοιτάσματα».

Η Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου-Νικολαΐδη, σύντροφος του δημιουργού των «Κουρελιών» και φίλη του ηθοποιού, θυμάται: «Είχε μεγάλο ταλέντο ως ποιητής, κάτι που έχει κληρονομήσει σήμερα η κόρη του. Επιπλέον, τον χαρακτήριζε η αγάπη του για τα ζώα: είχε στο σπίτι του μια λιμνούλα με χρυσόψαρα, σκυλιά και μια γάτα που την είχε σώσει από τον δρόμο και τη λάτρευε. Υπήρξε ακμαίος και δημιουργικός έως το τέλος. Τον θαυμάσαμε στο θέατρο, στην τελευταία του παράσταση, στους «Ηρωες», που έπαιζε μαζί με τον Κώστα Αρζόγλου και τον Πάνο Σκουρολιάκο. Και σκεφτείτε πως αυτό μόνο δύο χρόνια πριν. Ακόμη και μετά τις περιπέτειες υγείας του, έπαιξε σε δύο παραστάσεις».

Ρωτάμε τι θυμάται από τα γυρίσματα των «Κουρελιών». «Ηταν μια παρέα, μια παρέα αληθινών φίλων, σε ρόλους που, κατά πολύ, ήταν αυτοβιογραφικοί. Να φανταστείτε πως ο Χρήστος είχε πράγματι το ίδιο μηχανάκι με αυτό με το οποίο εμφανίζεται στην ταινία». Ο Χρήστος, που ήταν «το πιο παλιό κουρέλι της παρέας», όπως μονολογούσε ο Βαλαβανίδης με τη χαρακτηριστική, γρεζάτη φωνή του στα «Κουρέλια», λες και υποδυόταν τον εαυτό του.

Αντί επιλόγου μια «σκηνή» του: «Και με υπερηφάνεια το λέω. Το πρώτο γιαούρτι στο Παγκράτι. Γενικά καταζητούμενος. Κυψέλη, Γκύζη, Πολύγωνο. Από τότε που χωρίσαμε, άλλος Αμερική, Γαλλία, Γερμανία. Στου διαόλου τη μάνα. Πολλά πράγματα μου συνέβησαν. Πράγματα που γι’ αυτά κανένας δεν με ρώτησε, ξέρεις. Με στρίμωξαν στο πανεπιστήμιο χωρίς να με ρωτήσουν. Με πήραν στρατιώτη πάλι χωρίς να με ρωτήσουν. Και τέλος, χωρίς να το καταλάβω πώς έγινε, βρέθηκα παντρεμένος. Ας είναι… Πίνω στα κουρέλια όπου και να είναι. Και σ’ αυτήν την υπέροχη γυναίκα που έτρεχε πάντα μακριά μας. Kαι σε αυτούς που μας περιμένουν να γυρίσουμε κι εμείς δεν θα πάμε».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT