Επίδαυρος, 1992. Ο Κώστας Τσιάνος και το Θεσσαλικό Θέατρο ανεβάζουν τις «Χοηφόρες» του Αισχύλου. Η Λυδία Κονιόρδου ερμηνεύει την Ηλέκτρα και την Κλυταιμνήστρα και ο Βασίλης Ζηδιανάκης, βοηθός τότε της Ιωάννας Παπαντωνίου, θυμάται ότι η ενδυματολόγος είχε δημιουργήσει το ένα κοστούμι της ηθοποιού, αυτό της Κλυταιμνήστρας, αξιοποιώντας κάποια ινδικά κουρέλια που είχε προμηθευτεί από υφασματάδικο της Λάρισας και τα είχε κόψει σε λωρίδες. Το καπέλο ήταν εμπνευσμένο από τον κεφαλόδεσμο μιας «Αθηναίας νύφης» του 19ου αιώνα, όμως αυτό ήταν μάλλον το απλό σκέλος του ρούχου. «Οταν τελικά είδα ότι φτιάξαμε ένα καταπληκτικό ένδυμα από παλιά ινδικά τραπεζομάντιλα», λέει σήμερα ο κ. Ζηδιανάκης, «ρώτησα την Ιωάννα Παπαντωνίου πώς θα φανεί ότι το φοράει μια βασίλισσα. Μου απάντησε “θα δεις τι θα συμβεί στη σκηνή όταν ανάψουν τα φώτα, όταν αυτές οι λωρίδες θα δημιουργήσουν μια ποικιλότητα τεράστια, που δεν θα ξέρεις ποιος την έχει κεντήσει και τι έχει συμβεί”. Και πράγματι, μπροστά στα μάτια μου έγινε ένα θαύμα. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι από ευτελή υλικά μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο».
Οι σπουδές
Ηξερε καλά τα σχήματα, τη δομή και τη λειτουργία των ρούχων η Ιωάννα Παπαντωνίου, η κορυφαία ενδυματολόγος και σκηνογράφος, που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών. Είχε, εξάλλου, σπουδάσει σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art του Λονδίνου, ενώ από τη δεκαετία του ’50 μέχρι εκείνη του ’70, ως ερευνήτρια του Λυκείου Ελληνίδων, ταξίδεψε στην ελληνική επικράτεια και στα χωριά της, πραγματοποιώντας επιτόπιες έρευνες για τις τοπικές ελληνικές ενδυμασίες και συγκεντρώνοντας πληθώρα λαογραφικού υλικού. «Εβλεπε το ένδυμα σφαιρικά και μπορούσε να μεταφέρει στο θέατρο στοιχεία από παραδοσιακές φορεσιές, χωρίς να γίνεται φολκλόρ», εξηγεί ο κ. Ζηδιανάκης, διευθυντής σήμερα του οργανισμού Atopos CVC. Τις δημιουργικές της ικανότητες μνημονεύει και η Λυδία Κονιόρδου: «Ηταν ιδιοφυές το πώς έφτιαχνε ένα ρούχο, ώστε να ζει με το σώμα σου, να κινείται με το σώμα σου. Γνώριζε όσο λίγοι τις πιέτες, τις ραφές, τα πατρόν και έτσι, όταν έκανες μια κίνηση της χορογραφίας, η κίνηση αυτή πολλαπλασιαζόταν από το ρούχο, το οποίο δεν κρεμόταν πάνω σου. Ηταν μεγάλη εμπειρία να φοράς τα ρούχα της», τονίζει η ηθοποιός, η οποία είχε συνεργαστεί με την Ιωάννα Παπαντωνίου και σε άλλες παραστάσεις του Τσιάνου, αλλά και του Λευτέρη Βογιατζή, του Κουν κ.ά.
Από το ’50 έως το ’70 ταξίδεψε στην ελληνική επικράτεια και στα χωριά της, ερευνώντας τις τοπικές ελληνικές ενδυμασίες και συγκεντρώνοντας πληθώρα λαογραφικού υλικού.
Οι πρώτες της θεατρικές εικόνες οφείλονται στον αδελφό του πατέρα της, ο οποίος λάτρευε την όπερα και όταν ήταν δύο ετών την πήγε στην «Εύθυμη χήρα», στη Λυρική Σκηνή. «Στο τέλος της παράστασης, ρωτούσα τον θείο ποιοι ήταν αυτοί που έβγαιναν στη σκηνή για χειροκρότημα μετά τους ηθοποιούς. Μου εξηγούσε ο καημένος, υπομονετικά, ότι ο ένας ήταν ο μαέστρος, ο άλλος έκανε τα σκηνικά, ο άλλος τα κοστούμια. Αυτό ήταν! Δήλωσα τότε ότι όταν μεγαλώσω θα κάνω ρούχα», είχε πει σε συνέντευξή της στην «Κ» (9.2.2014). Στα δώδεκά της βρέθηκε με τη μητέρα της σε έκθεση του Κριστιάν Ντιόρ στο Παρίσι, ζωγραφίζοντας κατόπιν τις εντυπώσεις της σε ένα τετράδιο, όμως μετά το σχολείο εστάλη από την οικογένειά της σε ένα «finishing school» του Λονδίνου, μια «σχολή για καλές κυρίες».
Το παιδικό όνειρό της δεν είχε σβήσει και έτσι, μετά τις σπουδές ενδυματολογίας και την πολύτιμη εμπειρία του Λυκείου Ελληνίδων, ίδρυσε, το 1974, στο Ναύπλιο, εις μνήμην του πατέρα της, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα, που ονομάζεται πλέον Ιδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου. Εκεί προσέφερε την περιουσία και την ενέργειά της, με το ίδρυμα να περιλαμβάνει πλέον 5.000 ρούχα (μεταξύ των οποίων ο αγαπημένος της ντουλαμάς), αλλά και δεκάδες χιλιάδες άλλα αντικείμενα του λαϊκού και του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, τα περισσότερα επιλεγμένα ή και αγορασμένα από την ίδια. Οι θεατρικές εικόνες που επίσης είχε από μικρή, σε συνδυασμό με το ταλέντο της, την οδήγησαν και σε συνεργασίες με την Παξινού, τον Κουν, τον Μινωτή. Ηταν μάλιστα η πρώτη γυναίκα σκηνογράφος του Εθνικού Θεάτρου και η πρώτη που κατέβηκε στην Επίδαυρο.
«Είχε μια ολιστική γνώση γύρω από το ρούχο», σχολιάζει η ανθρωπολόγος, μουσικολόγος και πανεπιστημιακός Ρένα Λουτζάκη, επί 25 χρόνια συνεργάτις της ενδυματολόγου στο Ιδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου. Η κ. Λουτζάκη θυμάται επίσης την ιδιαίτερη επικοινωνία που είχε η Ιωάννα Παπαντωνίου με τις γυναίκες στα χωριά της Ελλάδας («η μαθητεία της μαζί τους ήταν ένα άλλο πανεπιστήμιο», υπογραμμίζει), το πλήθος των σημαντικών εκθέσεων που επιμελήθηκε (για τον ντουλαμά, τα νυφικά φορέματα κ.ά.), αλλά και τη στήριξη που προσέφερε στους συνεργάτες της προκειμένου να ανοίξουν τα φτερά τους. «Ηταν ανεκτίμητη η βοήθεια που μας παρείχε», λέει και ο ελληνοράπτης Αριστείδης Τζονευράκης, ο οποίος μνημονεύει την προσήλωση της Ιωάννας Παπαντωνίου στην τεκμηρίωση της «αλήθειας» των ενδυμάτων και στη σημασία ενός τέτοιου εγχειρήματος. «Εκανε μεγάλη έρευνα, επιτόπια ή μέσα από μαρτυρίες», σημειώνει, «συχνά μάλιστα με δυσκολία, γιατί πολλά από αυτά τα ενδύματα είχαν πάψει να χρησιμοποιούνται και οι μνήμες των ανθρώπων για αυτά ήταν πια περιορισμένες».

