«Μακάρι να ‘ρθουν οι καιροί για να μιλούνε όλοι, να λένε ποιον να προτιμούν, να φεύγουν σα δεν θέλουν». Ο δεκαπεντασύλλαβος αυτός στίχος που μοιάζει να έρχεται από μία άλλη εποχή, ανήκει στον Γιάννη Καλαβριανό και είναι μέρος του νέου του μιούζικαλ «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», που βασίζεται σε μία από τις πιο γνωστές ιστορίες αγάπης της ελληνικής μυθοπλασίας. Η ομώνυμη ιστορία του 1891, του Δημητρίου Κορομηλά, εξιστορεί τον έρωτα της Μάρως (Ελένη Οζουνίδου), μιας νεαρής βοσκοπούλας για τον τσέλιγκα Μήτρο (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) και της κόρης της, Κρουστάλλω (Ασημένια Βουλιώτη) για τον Λιάκο (Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης).
«Ξαναγύρισα στο έργο του Κορομηλά, όταν αναζητούσα μια ιστορία που να μπορεί να στηρίξει μια παράσταση με πολλή μουσική. Βλέποντας το κείμενο, το οποίο είχα να διαβάσω από τα χρόνια του πανεπιστημίου, με συγκίνησαν οι χαρακτήρες που κρύβονται κάτω από τη βουκολική του όψη και την αυστηρά πατριαρχική δομή της κοινωνίας τότε. Ηθελα να δω πώς κάτι που φαίνεται παλιό μπορεί να βγάζει νόημα, μέσα από τον τρόπο που το αφηγείσαι και όχι με το να βάζεις, για παράδειγμα, τα βοσκόπουλα να σκρολάρουν στο Ιντερνετ για να το κάνεις “σύγχρονο”», σχολιάζει στην «Κ» ο σκηνοθέτης.
Στο θέατρο Ακροπόλ θα περίμενε κανείς να δει ένα σκηνικό που να θυμίζει εικόνες από κάποια επαρχία. Αντί γι’ αυτό, όταν άνοιξε η αυλαία για να παρακολουθήσουμε την πρόβα αποκαλύφθηκαν δώδεκα ηθοποιοί που κινούνταν, σκαρφάλωναν και πηδούσαν πάνω σε ένα «βουνό» που έμοιαζε περισσότερο με εικαστική εγκατάσταση παρά με φυσικό τοπίο. Παράλληλα, τα κοστούμια τους συνδύαζαν τζιν υφάσματα με φουστανέλες, σε μια μείξη που δεν ξένιζε, αλλά ζωντάνευε τη σκηνή.

«Ο αρχικός μου στόχος ήταν να κάνω μία διασκευή του έργου. Ωστόσο, αντί να αλλάξω απλώς ορισμένες σκηνές ώστε να γίνουν πιο προσιτές στο σημερινό κοινό, κατέληξα να γράφω ένα ολοκαίνουργιο κείμενο σε δεκαπεντασύλλαβο», εξηγεί ο σκηνοθέτης. Προερχόμενος από τον χώρο της θεατρικής γραφής, παραδέχεται ότι αυτός ο δρόμος του φάνηκε πιο εύκολος από το να επιλέξει μια σύγχρονη γλώσσα. «Ο δεκαπεντασύλλαβος έχει κάτι μαγικό. Σου κολλάει χωρίς να το καταλάβεις. Στις πρόβες μιλούσαμε μεταξύ μας και, χωρίς να το επιδιώκουμε, αρχίζαμε να φτιάχνουμε δεκαπεντασύλλαβο». «Αλλωστε, δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς. Μιλάμε για ένα κατεξοχήν ρυθμικό, μουσικό έργο, το οποίο μάλιστα γεννήθηκε από το ποίημα “Μια βοσκοπούλα αγάπησα”, το οποίο στη συνέχεια έγινε τραγούδι».
Αν κλείναμε τα μάτια στην πρόβα, δεν θα μεταφερόμασταν σε ένα χωριό, σε ένα γλέντι ή σε μία καθαρά παραδοσιακή γιορτή. Ο ήχος του κλαρίνου και του λαούτου σε συνδυασμό με το σαξόφωνο, τα κρουστά και το ηλεκτρικό μπάσο δημιουργούσε μία μελωδία, που σε έκανε να θες να κινηθείς στον ρυθμό, χωρίς όμως να μπορείς να την κατατάξεις σε ένα συγκεκριμένο μουσικό είδος. «Η μουσική της παράστασης είναι μία κατηγορία από μόνη της. Φανταστείτε, δημιουργήσαμε ένα ολοκαίνουργιο μουσικό όργανο, το μπάσο μπουζούκι, για να μπορέσουμε να φτιάξουμε τον ήχο που θέλουμε», μας λέει ο Θοδωρής Οικονόμου, που υπογράφει την πρωτότυπη μουσική και ενορχήστρωση της παράστασης.
Ο κ. Οικονόμου, με μακρά πορεία στη σύνθεση μουσικής για το θέατρο, ήταν εκείνος που πρότεινε στον κ. Καλαβριανό να καταπιαστεί με το έργο του Κορομηλά. «Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από τους ίδιους της τους ήχους, που μπλέκονται με τον ρυθμό της γλώσσας. Αλλωστε, οι ήχοι σε μία παράσταση μπορούν από μόνοι τους να δημιουργήσουν σκηνικό χώρο και να μας κάνουν να φανταστούμε τη δράση», τονίζει.
«Ηθελα να δω πώς κάτι, που φαίνεται παλιό, μπορεί να βγάζει νόημα μέσα από τον τρόπο που το αφηγείσαι», λέει ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός.
Φολκλόρ
Συζητώντας μαζί του αναρωτιόμαστε πώς ένα καθαρά βουκολικό έργο, στο οποίο κυριαρχεί το κλαρίνο, μπορεί να καταφέρει να μη διολισθήσει στο φολκλόρ. «Ενα κλαρίνο από μόνο του δεν μπορεί να είναι φολκλόρ. Το παίξιμό του το καθορίζει. Εχω συνεργαστεί με μουσικούς που παίζουν παραδοσιακά όργανα τα οποία κανείς δεν θα φανταζόταν ότι μπορούν να ενταχθούν σε πιο σύγχρονα σχήματα. Κι όμως, η σχέση τους με τη μελωδία είναι τόσο βαθιά και αληθινή, που αυτό από μόνο του δημιουργεί έναν ήχο ποιοτικό», λέει. «Θυμάμαι μια Πρωτοχρονιά στην Αίγινα, περπατούσα ανάμεσα σε αιωνόβιες ελιές και άκουσα μια γκάιντα να μελετά κάτι μινιμαλιστικό. Δεν ήταν θρακιώτικος ήχος, ούτε νησιώτικος. Ηταν κάτι “ανοιχτό”, που σε πήγαινε από την Αίγινα στη Σκωτία και από τη Σκωτία στην Ιρλανδία. Δημιουργούσε έναν παγκόσμιο ήχο, που δεν μπορούσες να προσδιορίσεις. Ηθελες μόνο να σταθείς εκεί που είσαι και να τον απολαύσεις».
«Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», του Γιάννη Καλαβριανού, πρεμιέρα 7 Φεβρουαρίου, θέατρο Ακροπόλ.

