«Εψές, προψές επέρασα από τη γειτονιά σου κι άκουσα λάβρα και φωνή», αρχίζει και τραγουδάει στα ελληνικά η βροντερή φωνή της Σβετλάνα Σπάιτς. Είναι εκείνη που κρατάει πάνω της το μουσικό κομμάτι του παράξενου θεάματος «Balkan Erotic Epic» της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, που παρακολουθήσαμε στη χρυσοποίκιλτη σκηνή του Μεγάλου Θεάτρου του Λισέου, στη Βαρκελώνη, μιας σκηνής που μπορεί να υποδεχθεί πάνω από 2.000 θεατές, λίγο πριν ρίξει αυλαία η παράσταση στις 30 Ιανουαρίου. Και είναι εκείνη που «υποδέχεται» το κοινό, ντυμένη με ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, καθισμένη σε έναν ψηλό θρόνο καταμεσής της σκηνής, όσο ακόμη τα φώτα είναι ανοιχτά, με τον κορμό της να κινείται πέρα δώθε, σαν χαλασμένο εκκρεμές.
Στεκόμαστε στο όνομα της στενής συνεργάτιδος της Αμπράμοβιτς όχι μόνο λόγω της καταλυτικής σημασίας της στο έργο και του ενδιαφέροντός της για το παραδοσιακό τραγούδι του βαλκανικού χώρου, αλλά και διότι δεν είναι ακριβώς άγνωστη στο ελληνικό κοινό των «έντεχνων» χοροθεαμάτων. Στις 6 και 7 Δεκεμβρίου του 2008, είχε συμμετάσχει στο site-specific έργο «Χάρτα» της ομάδας χορού Λάθος Κίνηση, που είχε παρουσιαστεί στο αίθριο του Πολεμικού Μουσείου. Τότε, τραγουδούσε σκουπίζοντας από το πάτωμα ξερά φύλλα δέντρων. Στη Βαρκελώνη, η παρουσία της ήταν πολύ πιο «γκράντε», όπως και ολόκληρο το θέαμα που υπογράφει η «πρώην Γιουγκοσλάβα» (δεν αυτοπροσδιορίζεται ως Σέρβα) ιέρεια (ή «γιαγιά») της περφόρμανς αρτ.


Μεταμοντέρνα «όπερα»
Με διάρκεια τρεις ώρες χωρίς διάλειμμα, ελεύθερη έξοδο και επανείσοδο των θεατών (ένα δικαίωμα που χρησιμοποίησαν ελάχιστοι) και τα κινητά τηλέφωνα κλειστά, ασφαλισμένα σε μία θήκη πριν από την είσοδο στο ασφυκτικά γεμάτο θέατρο, έχανες την αίσθηση του χρόνου. Η βαβούρα πριν από την έναρξη σταμάτησε όταν από την πλατεία έκανε είσοδο μια βαλκανική ορχήστρα με χάλκινα και άλλα όργανα. Λίγο μετά, από την οροφή του θεάτρου κατέβηκε ένα video wall που έδειχνε κεφαλοντυμένες γυναίκες διαφόρων ηλικιών να χτυπούν με τις δυο τους γροθιές το στήθος τους. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η ελαφρώς μεγεθυμένη φιγούρα της Αμπράμοβιτς, που τον Νοέμβριο θα κλείσει τα ογδόντα της χρόνια. Η εικόνα της επανήλθε μόνο στο φινάλε του έργου, όταν ανέβηκε στη χιονισμένη σκηνή, για να αγκαλιάσει έναν περφόρμερ, να χορέψουν και να ανταλλάξουν ένα φιλί στο στόμα. Εν τω μεταξύ, συνέβησαν πολλά.
Παραδοσιακές φορεσιές, δημοτικά τραγούδια και ένα πορτρέτο του Τίτο της Γιουγκοσλαβίας, ανάμεσα στ’ άλλα, έδιναν ένα ευρύ χωροχρονικό στίγμα «βαλκανικής φαντασμαγορίας».
Μια Φλαμανδή περφόρμερ, η Ελκε Λάιτεν, με λευκή ποδιά γιατρού, εκτελούσε χρέη κομπέρ σε ρόλο επιστήμονα που εξηγούσε τις διάφορες δράσεις με χιούμορ, ελαφρύνοντας την ατμόσφαιρα και προκαλώντας θυμηδία στην πλατεία. Τις δε δράσεις, που θα μπορούσαν να περιγραφούν ως «πράξεις» μιας μεταμοντέρνας «όπερας», τις ερμήνευε ένας πολυμελής θίασος από άνδρες και γυναίκες. Αυτοί, κατά κύριο λόγο παριστούσαν επί σκηνής διάφορες βαλκανικές δεισιδαιμονίες που περιλάμβαναν παράδοξες χρήσεις των γεννητικών οργάνων, τα οποία συχνά εμφανίζονταν φόρα παρτίδα, χωρίς να προκαλούν αμηχανία. Οι παραδοσιακές φορεσιές, τα δημοτικά τραγούδια και ένα ασπρόμαυρο πορτρέτο του Τίτο, πολιτικού ηγέτη της κάποτε «ενωμένης» Γιουγκοσλαβίας, ανάμεσα στα άλλα, έδιναν στο έργο ένα ευρύ χωροχρονικό στίγμα «βαλκανικής φαντασμαγορίας».
Η φόρμα του «Balkan Erotic Epic» δεν είχε καμία σχέση με τις ρηξικέλευθες περφόρμανς που άρχισαν να κάνουν γνωστή την Αμπράμοβιτς περίπου μισόν αιώνα πριν. Σε αυτές, συνήθιζε να θέτει το σώμα της σε ακραίες δοκιμασίες, ακόμη και στην ελεύθερη διάθεση των «φιλότεχνων» να το πυροβολήσουν, όπως είχε κάνει στο «Rhythm 0», το 1974, στην Galleria Studio Morra, στη Νάπολη. Το «Balkan Erotic Epic» δεν έμοιαζε ούτε με τα εμβληματικά έργα που δημιούργησε από κοινού με τον Ουλάι, επί δώδεκα χρόνια σύντροφό της στην τέχνη και στη ζωή. Το πιο διάσημο από αυτά, το «Lovers», το πραγματοποίησαν το 1988, όταν περπάτησαν από τις αντίθετες άκρες του Σινικού Τείχους για να συναντηθούν στη μέση του και να αποχαιρετιστούν, «επισημοποιώντας» τον χωρισμό τους. Ηταν πιο κοντά στον σύγχρονο χορό και στα μεγάλης κλίμακας διακαλλιτεχνικά θεάματα, που ενσωματώνουν στοιχεία από την περφόρμανς και τη βίντεο αρτ, το μουσικό και «συμβατικό» θέατρο.
Το διέκριναν, βέβαια, η έντονη σωματική ενέργεια και το στοιχείο της τελετουργίας, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου της Αμπράμοβιτς. Είχε πολλές αιχμηρές, ενίοτε κιτς, σεξουαλικές εικόνες, αλλά παρά τον οργιαστικό χαρακτήρα του δεν ήταν βίαιο, όπως παλαιότερες δουλειές της, που ξεπερνούσαν τα όρια του τι είναι αποδεκτό για πολλούς θεατές τους. Δεν «επετίθετο» στο κοινό, που το αποθέωσε με απανωτά χειροκροτήματα αλλά και «κλέφτικα» σφυρίγματα, ενώ η μπάντα έπαιζε έναν βαλκανικό, ανεβαστικό ρυθμό. Λίγο πριν από το φινάλε, ένας παράξενος χορός κωδωνοφόρων είχε κάνει κατανοητό ότι σε λίγο «κάτι θα συμβεί». Τότε ήταν που ανέβηκε στη σκηνή η grande dame Αμπράμοβιτς για τον χορό και το φιλί στο στόμα. Αυτό το «κινηματογραφικό» φινάλε έδωσε στο έργο την τρυφερότητα που έλειπε από τις γυμνές σκηνές του. Μετά την ολοκλήρωση του κύκλου του στην Ισπανία, το «Balkan Erotic Epic» θα συνεχίσει το ταξίδι του ανά τον κόσμο τον Σεπτέμβριο, με πρώτο σταθμό την πόλη Μπόχουμ, στη Γερμανία.

