Οταν παρουσίασε, για πρώτη φορά, τη «Δημοπρασία», αισθάνθηκε σαν να εκπληρώνει, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Σταύρου Τσιώλη (1937-2019), ένα παλιότερο κάλεσμα του σκηνοθέτη και φίλου του: να μάθει τα λόγια. «Πριν από δέκα χρόνια», εξηγεί ο Αργύρης Μπακιρτζής, «μου έδωσε το κείμενο, λέγοντάς μου να το μάθω. Του είπα πως μου φαίνεται πολύ δύσκολο να αποστηθίσω δεκαπέντε πυκνογραμμένες σελίδες και μείναμε εκεί. Με τον καιρό το έμαθα, ιδίως μετά τον θάνατό του, που δεν άργησε. Ετσι τον αποχαιρέτισα», λέει στην «Κ» ο αρχιτέκτονας, τραγουδιστής και ηθοποιός.
Μόλις πάντως ανέβηκε, η «Δημοπρασία» βρήκε γρήγορα το κοινό της. Το αντίθετο δηλαδή από τον ήρωά της, τον «Αριστείδη», έναν δημοπράτη που βρίσκεται σε ένα τηλεοπτικό στούντιο, ενώ απουσιάζουν οι υπάλληλοι του καναλιού, και ο οποίος απευθύνεται στους τηλεθεατές όχι ακριβώς για να πουλήσει κάτι, αλλά για να προβληματιστεί για τους πλειστηριασμούς που στοχεύουν στο κέρδος, για να χαιρετήσει την υπερήλικη μητέρα του που τον παρακολουθεί και για αρκετά ακόμη, που δεν τους λείπει το γέλιο ή το δάκρυ. Ο μονόλογος του «Αριστείδη» παρουσιάζεται και φέτος, στο Baumstrasse, έως τις 8 Φεβρουαρίου. Και η δημοπρασία του, όπως συμβαίνει σε όλες τις ταινίες του Τσιώλη, είναι ένα «πρόσχημα», σημειώνει ο Μπακιρτζής, με το οποίο ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος σχηματίζει τη θεώρησή του για τη ζωή.
«Σε ένα σημείο του έργου λέει: “Εχουν ιδανικά αυτοί, ένα όραμα για τον κόσμο; Μυρίζονται το χρήμα απ’ τα εκατό μέτρα, σαν τα κυνηγόσκυλα…”. Με γοήτευε πάντα ο τρόπος που έγραφε, που εκφραζόταν. Το έχω πει πολλές φορές, πως ταυτιζόμουν με όλους τους ρόλους των έργων του», λέει ο Μπακιρτζής για τον φίλο του και συνεχίζει: «Εβλεπε συχνά τηλεοπτικές δημοπρασίες. Ο συγγραφέας Σωτήρης Κακίσης –στο σπίτι του οποίου μαζευόμασταν για να δούμε ποδόσφαιρο, μπάσκετ και ταινίες απ’ την πλούσια ταινιοθήκη του, ο Τσιώλης, ο Βακαλόπουλος, ο Τζιμάκος, ο Πανουσόπουλος, οι αδελφοί Κύριλλος και Θανάσης Σαρρής, εγώ, ο Χουλιαράς και ίσως άλλοι που τους έχω ξεχάσει– μας έβαζε κασέτες με τον Μεσσήνιο πολιτικό Βασίλη Λεβέντη, πρόεδρο της Ενωσης Κεντρώων, να μιλάει εκτεθειμένος για ώρα ή ώρες, με αγορασμένο ή παραχωρημένο τηλεοπτικό χρόνο μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα. Μερικές φορές, στη διάρκεια της παράστασης, αισθάνομαι ότι αντιδρώ όπως εκείνος στην απουσία των υπαλλήλων του σταθμού».
Μου έδωσε το κείμενο, λέγοντάς μου να το μάθω. Του είπα πως μου φαίνεται πολύ δύσκολο. (…) Και μείναμε εκεί. Με τον καιρό το έμαθα, ιδίως μετά τον θάνατό του, που δεν άργησε. Ετσι τον αποχαιρέτισα.
Την «επιμέλεια» της «Δημοπρασίας» έχει αναλάβει ο Χάρης Μιχαλογιαννάκης, βοηθός του Τσιώλη σε τρεις ταινίες, στις οποίες ο Μπακιρτζής συμμετείχε. «Είναι ένας σκηνοθέτης σε μια παράσταση που δεν έχει σκηνοθέτη», εξηγεί. Και αν μια τέτοια συνθήκη έχει κάτι το πηγαίο, το χειροποίητο, αναρωτιέται κανείς αν ο Μπακιρτζής πιστεύει σε μια διάκριση που στους πλειστηριασμούς ισχύει: εκείνη μεταξύ «υψηλής» και «χαμηλής» τέχνης. «Ως δημοπράτης στο μονόπρακτο, ναι, πιστεύω, γιατί έχει μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους», αποκρίνεται. «Ως Αργύρης έχω μερικούς κανόνες, αρχές, που με βοηθούν να εκτιμήσω πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Η αρχή της σχετικότητας δεν με αφήνει να επιδίδομαι σε τέτοιες διακρίσεις».
Οι καλλιτεχνικές υποχρεώσεις του (ένας δίσκος στον οποίο θα ερμηνεύει ιταλικά τραγούδια που αγάπησε ως φοιτητής στη Ρώμη, οι εμφανίσεις του συγκροτήματος «Θέλω να πάρω τα βουνά», που γεννήθηκε από τα σπλάχνα των Χειμερινών Κολυμβητών, κ.ά.) δεν του αφήνουν χρόνο για την αρχιτεκτονική και την αναστήλωση μνημείων, τις οποίες υπηρέτησε επί σειράν ετών. Παρακολουθεί, όμως, τα κοινά και αγωνιά, λ.χ., για τον υπερτουρισμό σε Καβάλα και Θάσο, όπου διαμένει, και για την κατασκευή στην περιοχή ενός ογκώδους έργου αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα. Παρακολουθεί επίσης τα διεθνή, όχι χωρίς ανησυχία για την «αυτοκαταστροφικότητα» που «σωρεύεται στον κόσμο», όπως απλώνεται και το κακό στον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών».
Λόγοι για αισιοδοξία; «Μπορεί να επιβιώσουμε. Στη Νεκρά Θάλασσα επιπλέουν και όσοι δεν γνωρίζουν κολύμβηση, όμως γύρω δεν φυτρώνει τίποτα. Μήπως η περιβαλλοντική καταστροφή θα είναι το τίμημα της επιβίωσής μας;» αναρωτιέται. «Αληθινή κοινωνική πολιτική», συνεχίζει, «δεν είναι να μαλώνουμε τους ανθρώπους για το βάρος τους –φτώχεια, φόβος, χρέη, τραύματα, έλλειψη παιδείας, αποκλεισμός– αλλά να αυξάνουμε την άνωση – παιδεία, εμπιστοσύνη, υγεία, θεσμοί, οικογένεια, δικαιοσύνη, ευκαιρίες. Μόνον τότε η κοινωνία γίνεται θάλασσα που δεν πνίγει, αλλά ανυψώνει. Και τι κάνουμε τώρα, έχοντας χάσει τα αυτονόητα;» ρωτάει ο ίδιος και προσθέτει: «Σκέφτομαι τις οάσεις που αναφέρει ο Ιταλο Καλβίνο στην κατάληξη του εμβληματικού βιβλίου του “Αόρατες πόλεις”. Οταν ο Μεγάλος Χαν ρωτάει τον Μάρκο Πόλο τι συμπέρασμα έβγαλε από την περιπλάνησή του στον κόσμο, αυτός τού απαντάει: “Η ζωή είναι μια κόλαση. Ή μπαίνουμε μέσα της και γινόμαστε ένα με αυτήν ή στην καρδιά της φτιάχνουμε μια όαση και ζούμε εκεί”. Αυτό δεν κάνουμε; Αρκεί να μη μένουμε μόνοι».

