Στα χρόνια μετά το #MeToo, η συναίνεση έγινε κεντρικός πυλώνας του δημόσιου διαλόγου. Ωστόσο, φαίνεται πως, ενώ ως κοινωνία μάθαμε, σε κάποιο βαθμό, να σεβόμαστε το «όχι», εξακολουθούμε να δυσκολευόμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε την πολυπλοκότητα του πραγματικού «ναι».
Δύο νέοι καλλιτέχνες, μέσα από το θέατρο και τη γραφή, μιλούν για τη «συναίνεση», στρέφοντας το βλέμμα τους προς το παρελθόν και το μέλλον. «Eίναι λίγο τρομακτικό όταν αφηγείσαι μια πραγματική ιστορία. Δεν παίρνουμε ένα λογοτεχνικό έργο, όπως η “Λολίτα” του Ναμπόκοφ, για να συζητήσουμε θεωρητικά τι σημαίνει να είσαι θύτης και θύμα. Εδώ έχουμε τη ζωή και τη μαρτυρία ενός αληθινού ανθρώπου. Και αυτό γίνεται αφορμή για να μιλήσουμε για όσα κουβαλάμε όλοι μας και για τους τρόπους με τους οποίους κάποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμη και την “πνευματική” υπεροχή του, ώστε να εξοντώσει την ατομικότητα ενός άλλου», μας λέει η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, σκηνοθέτις της παράστασης «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας», που πραγματοποίησε χθες πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης. Η κ. Λαμπρινοπούλου επικεντρώνεται στην πραγματική ιστορία της συγγραφέως Βανέσα Σπρινγκόρα, η οποία το 2020, λίγο πριν από το μεγάλο ξέσπασμα του κινήματος #MeToo στη Γαλλία, εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Συναίνεση», στο οποίο καταγράφει τη σχέση που είχε ως ανήλικη με τον διάσημο λογοτέχνη Γκαμπριέλ Ματζνέφ, τότε 50 ετών. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της, η συγγραφέας περιγράφει τη σεξουαλική φύση αυτής της σχέσης και τον τρόπο με τον οποίο ο Γκαμπριέλ Ματζνέφ εκμεταλλεύθηκε την αγάπη της για τη λογοτεχνία και τον θαυμασμό που έτρεφε για εκείνον.

Τραυματικές μνήμες
«Η παράσταση παρουσιάζεται μέσα από τρεις αφηγητές, τον Γκαμπριέλ Ματζνέφ και τη Βανέσα Σπρινγκόρα σε δύο ηλικίες, τη νεότερη και τη μεγαλύτερη. Η ενήλικη Βανέσα θέλει να ξανασυναντήσει το παρελθόν της, ανακαλώντας τόσο όμορφες όσο και τραυματικές μνήμες. Η διαδικασία έχει έναν ψυχοθεραπευτικό χαρακτήρα. Η ίδια επιστρέφει σε όσα έζησε, συνειδητοποιώντας ότι το παρελθόν δεν αλλάζει – προσπαθώντας, όμως, να μάθει πώς να μην επισκιάζει το παρόν της», εξηγεί η σκηνοθέτις.
«Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, οι λογοτέχνες είχαν τεράστια κοινωνική επιρροή, σχεδόν αντίστοιχη με αυτή που έχουν σήμερα οι influencers. Το βιβλίο, το χαρτί, ο γραπτός λόγος είχαν κύρος και βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από ό,τι έχει σήμερα ένα βίντεο ή μια ανάρτηση. Το γεγονός ότι εκείνος κατέγραφε με λεπτομερείς περιγραφές στα βιβλία του τις σεξουαλικές συνευρέσεις τους, με σημερινούς όρους θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτουργούσε σαν μια μορφή revenge porn. Μιλάμε για δημόσια έκθεση, καθώς όλοι καταλάβαιναν σε ποιο πρόσωπο αναφερόταν», συνεχίζει η κ. Λαμπρινοπούλου. Παρά ταύτα, οι λογοτεχνικοί κύκλοι της εποχής όχι μόνο δεν τον κατηγόρησαν, αλλά, αντιθέτως, συχνά δικαιολογούσαν τη στάση του στο όνομα της «τέχνης», επιτρέποντας έτσι να συνεχιστεί μια κουλτούρα ατιμωρησίας και εξιδανίκευσης της εξουσίας του δημιουργού.
Σήμερα, φαίνεται να μην υπάρχει πια χώρος για κανέναν «Ματζνέφ». «Το είπαμε ήδη. Το “όχι” σημαίνει όχι. Αλλά τι σημαίνει το “ναι”; Ισως να προκαλεί και ένα είδος παραζάλης, την ίδια παραζάλη που […] την εξέφρασε στα κοινωνικά δίκτυα μια ολόκληρη γενιά που είναι ευαισθητοποιημένη και ενεργή στο φεμινιστικό κίνημα», γράφει ο Ευάρεστος Πιμπλής, στο ντεμπούτο του με τίτλο «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις)
Δώδεκα χρόνια μετά τη δημοσίευση των γεγονότων που αφηγείται η Σπρινγκορά και μέσα στη μετά #MeToo εποχή, το βιβλίο του Πιμπλή θέτει ένα νέο πλαίσιο, δημιουργεί ένα νέο hashtag, το #BeyondConsent, που μας καλεί να δούμε όχι μόνον αν υπάρχει συναίνεση, αλλά πώς διαμορφώνεται και υπό ποιες συνθήκες.
Το βιβλίο χρησιμοποιεί τη συνάντηση δύο ανδρών, του Ενζό και του Εμίλ, ως αφορμή για να ταράξει τα όρια της δημόσιας συζήτησης γύρω από τη συναίνεση, ενώ το #MeToo εμφανίζεται ως ιστορικό σημείο καμπής, σε ένα μελλοντικό κοινωνικό πλαίσιο όπου οι παλιές βεβαιότητες δεν αρκούν πλέον.
«Κάποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμη και την “πνευματική” υπεροχή του, ώστε να εξοντώσει την ατομικότητα ενός άλλου», μας λέει η σκηνοθέτις Ειρήνη Λαμπρινοπούλου.
Χωρισμένο σε τρία μέρη, δίνει φωνή τόσο στα δυνάμει θύματα όσο και στους δυνάμει θύτες. Στο πρώτο μέρος συναντάμε τον Ενζό, χαρακτήρα που αντικατοπτρίζει το υπόβαθρο, τις πεποιθήσεις και τη διαστρεβλωμένη αντίληψη μιας ολόκληρης γενιάς για τον έρωτα. Η αφήγησή του φωτίζει μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία όπου η ηδονή συνδέεται με την ταπείνωση του άλλου και την ανάγκη επιβολής. «Σήμερα με επικρίνουν επειδή είμαι ο άνδρας που με παρότρυναν να γίνω. Το να αγωνίζομαι για να είμαι ο καλύτερος μεταξύ των ανδρών προϋπέθετε, όπως μου έλεγε και μου ξαναέλεγε ο πατέρας μου, να αποδεικνύω τη σεξουαλική μου δύναμη. Χωρίς επιτυχία σε αυτόν τον τομέα, όλα μου τα άλλα επιτεύγματα θα ήταν μηδέν εις πηλίκον», αφηγείται ο Ενζό.
Μια σειρά από συμβάντα κάνουν τον πρωταγωνιστή viral στα σόσιαλ μίντια, τόσο για τη σεξιστική όσο και για την ομοφοβική στάση του. Το 2032, που είναι το χρονικό πλαίσιο του βιβλίου, τέτοιου είδους συμπεριφορές όχι μόνο δεν είναι αποδεκτές, αλλά καταδικάζονται με τον πιο σκληρό τρόπο – το cancel culture, κάτι που ήδη υπάρχει σήμερα. Σε αυτή την παγίδα πέφτει και ο Ενζό. Η ζωή του αρχίζει να καταρρέει, κάτι το οποίο ο συγγραφέας αποτυπώνει στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, εισάγοντας έναν «τρίτο πρωταγωνιστή»: τα κοινωνικά δίκτυα. Ο Τύπος, οι συνεντεύξεις με κοινωνιολόγους και φεμινίστριες, οι δημόσιες αντιδράσεις, όλα στρέφονται πάνω του.
Σεξουαλική βία
Το τρίτο και τελευταίο μέρος είναι αφιερωμένο στον Εμίλ, τον ομοφυλόφιλο συμπρωταγωνιστή, ο οποίος υφίσταται όχι μόνο την ομοφοβική συμπεριφορά του Ενζό, αλλά και τη σεξουαλική βία. «Εκείνη την ημέρα, μετά από αυτή τη σεξουαλική συνεύρεση, καταλαβαίνω το εξής: στη μυχιότητα, μακριά από τη δημόσια σφαίρα, αντανακλάται το βάρος της γενικευμένης και εσωτερικευμένης ομοφοβίας, το βάρος του επιβεβλημένου και καταπιεσμένου ανδρισμού. Γιατί ναι, συναίνεσα, αλλά δεν είμαι βέβαιος πως εκείνη τη στιγμή η συναίνεση μπορούσε πραγματικά να θεωρηθεί ελευθερία», αφηγείται ο Εμίλ.


Τόσο οι πρωταγωνιστές του κ. Πιμπλή όσο και η θεατρική μεταφορά του έργου της Σπρινγκόρα από την κ. Λαμπρινοπούλου φέρνουν στην επιφάνεια σκέψεις μιας ολόκληρης γενιάς, εξετάζοντας υπό ποιες συνθήκες κάποιος συναινεί. «Γιατί σε ένα “ναι” να μην αφιερώνουμε την ίδια κριτική σκέψη που αφιερώνουμε για να αναλύσουμε ένα “όχι”; Τεράστια διακυβεύματα υπάρχουν πέρα από τη συναίνεση, πέρα από τη δυαδικότητα του διλήμματός της. […] Διακυβεύματα που έχουμε συλλογικά αρνηθεί να σκεφτούμε», συνεχίζει ο Εμίλ προς το τέλος του βιβλίου.
«Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας», της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου, στο Θέατρο Τέχνης – Πεσμαζόγλου 5, έως τις 24/2.

