Ενας βρικόλακας που «διψάει» για πραγματική ζωή

Ενας βρικόλακας που «διψάει» για πραγματική ζωή

2' 18" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Ολοι δηλώνετε ανικανοποίητοι και προσπαθείτε να κάνετε πράγματα για να αισθανθείτε δραστήριοι. Επαγγελματικές φιλοδοξίες, αρπακτικές λέσχες ανάγνωσης και δημιουργικής γραφής, σεμινάρια, σεμινάρια, σεμινάρια, ιστορικές περιηγήσεις στην πόλη, θέατρο, συναυλίες, σινεμά, δίαιτες γιόγκα, ψυχοθεραπεία. Αυτές οι τρομακτικές μπούρδες που κάνετε μόνο και μόνο για να αισθανθείτε στοιχειωδώς καλά, στοιχειωδώς χαρούμενοι, στοιχειωδώς, στοιχειωδώς, στοιχειωδώς. Εχετε χάσει όλη τη φωνή σας, τη μιλιά σας, το αίμα σας. Κι εγώ ένα πλάσμα που τρέφομαι από εσάς. Εχω καταλήξει να ζω με υπολείμματα. Με αποφάγια ζωής, αποφάγια ονείρων. Δεν με βλέπετε, αλλά εγώ υπάρχω ανάμεσά σας. Είμαι η σκιά που κάποτε νιώθετε να σας παρακολουθεί. Είμαι το τρίτο πρόσωπο στο αγαπημένο ζευγάρι. Δεν ξέρετε ότι βρίσκομαι ανάμεσά σας, αλλά εγώ είμαι εκεί».

Αυτά είναι τα λόγια ενός βρικόλακα, που βιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και τον οποίο συναντήσαμε στο κοιμητήριο του Πειραιά «Ανάσταση», το βράδυ της Δευτέρας. Το πρωτότυπο θεατρικό έργο «Διψάει τις νύχτες», του συγγραφέα και δημοσιογράφου Ηλία Μαγκλίνη, παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία, διασκευή και ερμηνεία του Ομηρου Πουλάκη στο φεστιβάλ «Τα ντοκουμέντα του Πειραιά», που διοργάνωσε το Δημοτικό Θέατρο.

Το κοινό συγκεντρώθηκε στον αύλειο χώρο του νεκροταφείου, το οποίο, όπως είπε ο ιστορικός Γιώργος Δερμιτζόγλου, άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του 20ού αιώνα φιλοξενώντας τους τάφους σημαντικών εκπροσώπων της πειραϊκής κοινωνίας της νεότερης Ελλάδας, ενώ το 1922 έγινε καταφύγιο για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Με έναν ευρηματικό τρόπο, κατά τη διάρκεια της περιγραφής του για την ανοικοδόμηση της πύλης του κοιμητηρίου, ο κ. Δερμιτζόγλου μας οδήγησε στον περίβολο, συνδέοντας τον ίδιο τον χώρο με την παράσταση. Εκεί, δίπλα σε ένα λευκό σεντόνι που έμοιαζε να καλύπτει ένα νεκρό σώμα, το οποίο αποτελούσε μέρος του σκηνικού, μας περίμενε ο πρωταγωνιστής.

Ο Ομηρος Πουλάκης, ενσαρκώνοντας αριστοτεχνικά ένα από τα πιο εμβληματικά πλάσματα που γέννησε η μυθοπλασία, δεν περιορίστηκε στην εξωτερική όψη του βρικόλακα. Μέσα από την αφήγησή του για τη γυναίκα που αγάπησε και η οποία έφυγε από τη ζωή σε μεγάλη ηλικία, τόνιζε συνεχώς την αποδοχή που εκείνη του πρόσφερε, βλέποντάς τον όχι ως τέρας, αλλά ως ένα πλάσμα ικανό να δώσει και να δεχθεί αγάπη.

Ο λόγος του Πουλάκη, γεμάτος σπαραγμό, τρυφερότητα, αλλά και θυμό, μετατράπηκε σε καθρέφτη της δικής μας καθημερινής αδράνειας. Μας υπενθύμισε μέσα από μια ιστορία αγάπης ότι η αληθινή φρίκη δεν βρίσκεται στη μυθοπλασία, αλλά στην απώλεια της ικανότητας να νιώθουμε. Ο βρικόλακας, αντί να είναι το ξένο και το απάνθρωπο, έγινε σύμβολο του ανθρώπου που παλεύει με τον χρόνο, με τη μνήμη, με την αγάπη που φθείρεται, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με την παραδοξότητα της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς.

Οπως τόνισε και ο συγγραφέας του έργου, Ηλίας Μαγκλίνης, προλογίζοντας την παράσταση, «οι άνθρωποι φοβόμαστε πράγματα που δεν θα έπρεπε, ενώ άλλα που μας κάνουν ζημιά τα αγνοούμε. Τα νεκροταφεία δεν είναι τόποι που πρέπει να μας προκαλούν φόβο. Δεν είναι και νοσοκομεία».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT