Την όπερα «Σιρόης» του Γιόχαν Αντολφ Χάσε παρουσίασε η Καμεράτα στις 26 Ιουνίου στην αίθουσα Τριάντη, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Την παραγωγή σκηνοθέτησε ο γνωστός Κροάτης κόντρα τενόρος Μαξ-Εμάνουελ Τσέντσιτς. Εξοικειωμένος με την αισθητική και τις συμβάσεις της μπαρόκ όπερας, έστησε ένα θέαμα καλαίσθητο, με αρκετό χιούμορ και όση κίνηση επέτρεπε η σημαντική διάρκεια πολλών από τις μουσικά ενδιαφέρουσες αλλά στερεότυπες και γενικόλογες άριες του έργου.
Τον ρόλο του Χοσρόη, βασιλιά της Περσίας, απέδωσε ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας. Υποκριτικά υποστήριξε με επιτυχία τη μορφή ενός παρακμασμένου, πραγματικά και μεταφορικά τυφλού ηγεμόνα. Το ηχόχρωμα της φωνής ταίριαξε άριστα στον υπερόπτη, αλαζονικό χαρακτήρα και η άρτια τεχνική του επέτρεψε να αποδώσει με ασφάλεια τη μουσική. Ηταν η μόνη ανδρικού ηχοχρώματος φωνή της όπερας, καθώς οι άλλοι ανδρικοί χαρακτήρες γράφτηκαν είτε για καστράτους –τους διάσημους Φαρινέλι και Καφαρέλι– είτε για γυναίκες, όπως ο ρόλος του στρατηγού Αράση. Στην Αθήνα τις δεξιοτεχνικές άριες του Αράση απέδωσε η Βασιλική Καραγιάννη με όπλο μια φωνή ισχυρή και λαμπερή στη φωνητική στρατόσφαιρα. Τον Μεδάρση, συνωμότη γιο του Χοσρόη, υποδύθηκε η Μαίρη Ελεν Νέζη, μουσικότατη στις λυρικές άριες, δεξιοτεχνικά εντυπωσιακή και ασφαλής στις ζωηρές. Την άστατη, ιδιοτελή Λαοδίκη ερμήνευσε με ζωτικότητα και κέφι η Μυρσίνη Μαργαρίτη. Η δροσερή φωνή της κινήθηκε άνετα στη δεξιοτεχνική μουσική. Η Μίνα Πολυχρόνου ως Εμίρα έδωσε μία από τις καλύτερες παραστάσεις της σταδιοδρομίας της, σκηνικά απολαυστική και μουσικά ασφαλής και εκφραστική. Τέλος, ενώ φωνητικά ο κόντρα τενόρος Αντόνιο Τζοβανίνι δεν υπολειπόταν σε αρετές, δεν ήταν εύκολο να υπερασπιστεί τον Σιρόη, χαρακτήρα καρτερικό, μεγαλόψυχο, χωρίς εξάρσεις και αιχμές.
Αναμφίβολα το θετικότερο κομμάτι της παράστασης ήταν η συμβολή της Καμεράτας υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Σε κάθε νέα ακρόαση η βελτίωση είναι εντυπωσιακή. Το σφρίγος της μουσικής διεύθυνσης και η ποικιλία των αποχρώσεων αποσπούν τον έπαινο διεθνώς, όχι μόνο σε άγνωστες μπαρόκ όπερες αλλά και σε έργα ρεπερτορίου, λόγου χάριν του Μπετόβεν. Η επιτυχία εκθέτει μία χώρα της οποίας δημόσιος και ιδιωτικός τομέας αδιαφορούν για τη στήριξη ενός συνόλου, που αποτελεί έναν από τους καλύτερους πρέσβεις του σύγχρονου, χωρίς χλαμύδα ελληνικού πολιτισμού.

