Αντολφ Γιοχάνες Μπραντ (1934-2026): «O Mότσαρτ της αφρικανικής ηπείρου»

Αντολφ Γιοχάνες Μπραντ (1934-2026): «O Mότσαρτ της αφρικανικής ηπείρου»

Ο Αντολφ Γιοχάνες Μπραντ, που μετονομάστηκε Αμπντουλάχ Ιμπραχίμ, πέρασε στην Ιστορία για τη μουσική του, τη διεθνή του καριέρα, τους πάνω από 70 δίσκους, αλλά και για όλα όσα συμβόλιζε η συνεπέστατη πολιτικά στάση του

4' 50" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Γεννήθηκε μιγάς στη Νότια Αφρική την εποχή που ο φυλετικός διαχωρισμός ήταν δεδομένος. Αναζήτησε στα ασπρόμαυρα πλήκτρα του πιάνου τον δικό του τρόπο έκφρασης. Κατέφυγε στην Ευρώπη και από εκεί κατέληξε στη Νέα Υόρκη. Ασπάστηκε το Ισλάμ, άλλαξε το όνομά του και έκανε μία θαυμαστή καριέρα διεθνώς. Ο άνθρωπος που ο Νέλσον Μαντέλα είχε χαρακτηρίσει «ο Μότσαρτ της ηπείρου μας», πέθανε την 15η Ιουνίου λίγο έξω από τη βαυαρική λίμνη Κίμζε στη Γερμανία. Ολες αυτές οι αντιφάσεις καθόρισαν τη ζωή ενός καλλιτέχνη που πέρασε στην Ιστορία και για τη μουσική του, αλλά και για όλα όσα συμβόλιζε η συνεπέστατη, πολιτικά, στάση του.

Γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1934 στο Κέιπ Τάουν. Ο πατέρας του δολοφονήθηκε όταν ήταν τεσσάρων ετών. Τον μεγάλωσε η γιαγιά του και για χρόνια νόμιζε ότι η βιολογική του μητέρα ήταν απλώς η μεγάλη του αδελφή. Ο Αντολφ Γιοχάνες Μπραντ, όπως ήταν το όνομά του, βίωσε από μικρός τον ρατσισμό, στερούμενος βασικά δικαιώματα αυτοπροσδιορισμού και ελευθερίας επιλογών. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου σε ηλικία επτά ετών και σύντομα άρχισε να συνθέτει δικά του κομμάτια. Ηθελε να γίνει γιατρός, αλλά μόλις κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να έχει ισότιμη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, βρήκε παρηγοριά στη μουσική.

Στο λιμάνι του Κέιπ Τάουν οι λευκοί είχαν τον έλεγχο, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Ινδοί, Κινέζοι, Μαλαισιανοί και, φυσικά, Αφρικανοί, είχαν τις δικές τους γειτονιές και αντάλλασσαν μεταξύ τους συνταγές, συνήθειες και μουσικές παραδόσεις. Παράλληλα, άκουγε μανιωδώς τις τζαζ εκπομπές του αμερικανικού ραδιοφωνικού σταθμού Voice οf America και πλησίαζε τους Αμερικανούς ναύτες που βρίσκονταν εκεί, ζητώντας να αγοράσει τζαζ δίσκους. Εκείνοι του έβγαλαν το παρατσούκλι «Dollar», το οποίο υιοθέτησε και όταν ξεκίνησε πια να παίζει δημόσια, έγινε γνωστός ως Ντόλαρ Μπραντ.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μαζί με άλλους πέντε συμπατριώτες του, μεταξύ των οποίων και ο τρομπετίστας Χιου Μασεκέλα, έφτιαξε τους Jazz Epistles – όχι μόνον το πρώτο αφρικανικό μπι-μποπ σχήμα, αλλά και το πρώτο νοτιοαφρικανικό συγκρότημα που κυκλοφόρησε ολοκληρωμένο άλμπουμ: το «Verse 1» του 1960 τυπώθηκε σε ελάχιστα αντίτυπα μεν, αλλά πρόλαβε αμέσως να προκαλέσει αίσθηση. Ποιοι ήταν αυτοί οι νεαροί Νοτιοαφρικανοί που «τολμούσαν» να σηκώσουν ανάστημα, να αγκαλιάσουν την αφροαμερικανική τζαζ και να επισημάνουν τον κοινό κώδικα αυτής με τους τοπικούς ρυθμούς; Εχοντας μέντορα τον Τζον Μέχιγκαν, αυτοδίδακτο Αμερικανό πιανίστα, γρήγορα βρέθηκαν στο στόχαστρο του απαρτχάιντ. Οταν ακόμη και ο λευκός Μέχιγκαν δέχθηκε απειλές, το σχήμα διαλύθηκε και όλα τα μέλη του κατέφυγαν στην Ευρώπη, αρχικά περιοδεύοντας με το μιούζικαλ «Κινγκ Κονγκ». Ο Μπραντ κράτησε την ίδια rhythm section και προκάλεσε το ενδιαφέρον του Ντιουκ Ελινγκτον, που προσφέρθηκε να κάνει παραγωγή στο ντεμπούτο των «Dollar Brand Trio» το 1964. Λίγα χρόνια μετά τη φυλάκιση του Νέλσον Μαντέλα και τη σφαγή του Σάρπβιλ, όπου σχεδόν 100 άτομα δολοφονήθηκαν και περίπου 250 τραυματίστηκαν από τα πυρά της αστυνομίας κατά διαδηλωτών, η νοτιοαφρικανική τέχνη είχε κηρυχθεί πρακτικά παράνομη – χάρη στον Μπραντ και τους άλλους πρόσφυγες, όμως ανθούσε σε δυτικές χώρες που ήταν πρόθυμες να αγκαλιάσουν αυτόν τον συνδυασμό αφρικανικού ρυθμού, τζαζ αυτοσχεδιασμού, μετρονομικής πειθαρχίας, μαράμπι (τα μπλουζ της Αφρικής) και μελωδικής περιγραφής των τοπίων μιας εξωτικής ηπείρου.

Σύντομα καθιερώθηκε ο όρος «Κέιπ Τζαζ» για να περιγράψει αυτή τη μουσική που, εντούτοις, για εκείνους που την έπαιζαν ήταν περιττός: για τους ίδιους, η τζαζ ήταν μία. Οπως έλεγε και ο Μπραντ, «ο ήχος δεν ανήκει σε κανέναν – υπάρχει μόνον ένας ήχος και όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς αντίλαλος».

Το 1965 παντρεύτηκε στο Λονδίνο την τραγουδίστρια και ακτιβίστρια Μπεατρίς Μπέντζαμιν. Απέκτησαν δύο παιδιά (η κόρη τους είναι η γνωστή ράπερ Τζιν Γκρέι), έζησαν αρκετά χρόνια στη Νέα Υόρκη και χώρισαν το 2011.

Στην Αμερική ο Μπραντ έγινε δεκτός με υποτροφία στο περίφημο μουσικό κολέγιο Τζούλιαρντ, ενώ οι πιο προοδευτικοί μουσικοί της εποχής αποζητούσαν να συνεργαστούν μαζί του: οι Ορνέτ Κόλμαν, Τζον Κολτρέιν, Αρτσι Σεπ ήταν μερικοί από τους θιασώτες της φρι τζαζ, που στο δεκτικό πνεύμα του Νοτιοαφρικανού πιανίστα έβλεπαν τον ιδανικό συνοδοιπόρο στην αναζήτηση ενός νέου μουσικού κώδικα. Από κοντά και οι Μαξ Ρόουτς και Ελβιν Τζόουνς με τους οποίους, μάλιστα, μπήκε στο στούντιο.

Το 1968 άλλαξε το όνομά του, ως μωαμεθανός πλέον, σε Αμπντουλάχ Ιμπραχίμ. Παράλληλα, έκοψε οριστικά το αλκοόλ και το κάπνισμα και ξεκίνησε εντατικά μαθήματα καράτε.

Συνολικά, άφησε πίσω του πάνω από 70 δίσκους, ανάμεσα στους οποίους και το «Mannenberg ~ ‘Is Where It’s Happening», του 1974, που περιείχε σε ολόκληρη την πρώτη πλευρά το διάρκειας 13,5 λεπτών κομμάτι, το οποίο μέχρι σήμερα θεωρείται ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος της Νοτίου Αφρικής, ταυτισμένο με τους αγώνες του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου. Δυστυχώς, τα τραγικά γεγονότα στο Σοβέτο δύο χρόνια αργότερα, με 176 νεκρούς έπειτα από άγρια επέμβαση αστυνομικών δυνάμεων σε μαθητική διαδήλωση, θύμισαν στον 42χρονο τότε μουσικό ότι η ίδια του η πατρίδα τον έδιωχνε μακριά.

Είτε στο εξώφυλλο ενός δίσκου έβλεπες το όνομα Ντόλαρ Μπραντ είτε το Αμπντουλάχ Ιμπραχίμ, ήξερες τι θα συναντήσεις: όχι τη συνηθισμένη τζαζ προσέγγιση, αλλά μία μόνιμη νοσταλγία για μία πρακτικά «χαμένη» γενέθλια γη. Οχι τις τυπικές νότες του πιάνου, αλλά έναν διάλογο με το όργανο εμπλουτισμένο με την άνεση που είχε ο ίδιος και στο φλάουτο, στο σαξόφωνο και το τσέλο. Μια μουσική που ξεπερνάει γεωγραφικά και χρονικά όρια, κουβαλάει τη σκόνη αιώνων, προσπαθεί να κατανοήσει τη σοφία του παρελθόντος και μοιάζει αποφασισμένη να γίνει και αυτή τμήμα της.

Τίτλοι όπως «Ανατομία ενός νοτιοαφρικανικού χωριού», «Αφρικανικό διαστημικό πρόγραμμα», «Μαύρη αστραπή» (με τη φράση στο οπισθόφυλλο «Η μουσική μιλάει από μόνη της. Τίποτε άλλο δεν χρειάζεται να προστεθεί»), «Υμνος για τα νέα έθνη», «Μπλουζ για έναν μοντέρνο βασιλιά», «Νερό από ένα αρχαίο πηγάδι», «Λουλούδια της ερήμου» θυμίζουν ότι o Μπραντ-Ιμπραχίμ οραματιζόταν έναν κόσμο που οριακά ίσως πρόλαβε να δει, πριν αφήσει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 91 ετών.

«Πέθανε ήσυχα», ήταν η επίσημη δήλωση, «με τη Νότια Αφρική και τον κόσμο της στην καρδιά του. Η αγάπη για την πατρίδα δεν υποχώρησε ποτέ, σε όποιο σημείο του κόσμου κι αν βρισκόταν».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT