Τι χρειάζεται ένας ακροατής των Rolling Stones για να είναι ευχαριστημένος; Εξαρτάται από τα επιμέρους γούστα του και την ηλικία του. Κάποιος μεγαλύτερος θα θέλει, λογικά, να ακούσει κλασικές, «αλήτικες» ροκιές και μπλουζ του παλιού, καλού καιρού. Eνας νεότερος δεν θα απέρριπτε κάποιες πιο ποπ-ροκ πλευρές, ούτε και μερικές χορευτικές στιγμές. Μια ακουστική μπαλάντα, τραγουδισμένη με ευαισθησία από τον Κιθ Ρίτσαρντς, δεν θα άφηνε πολλούς ασυγκίνητους. Και όλοι θα κρέμονταν από τα -μεγάλα- χείλη του Μικ Τζάγκερ και από τη χαριτωμένη αυθάδεια της φωνής του.
Ολα τα προσφέρει, σε σωστές δόσεις κιόλας, το «Foreign Tongues», ο 25ος, αισίως, δίσκος της «μεγαλύτερης ροκ εν ρολ μπάντας του κόσμου». Κυκλοφόρησε σήμερα (στην Ελλάδα από τη Minos EMI) και από το ξεκίνημά του κιόλας, με το στακάτο, κιθαριστικό, ηλεκτρικό μπλουζ «Rough and Twisted» κινείται στο ακροατήριο η ευχάριστη υποψία ότι οι «γερόλυκοι» του ροκ (ή οι «δεινόσαυροι», σύμφωνα με ένα ακόμα κλισέ που πλέον μοιάζει να αφορά αποκλειστικά εκείνους) διαθέτουν αρκετή όρεξη να κάνουν αυτό που ξέρουν καλά. Το δεύτερο σινγκλ του άλμπουμ, το «In the Stars», θυμίζει τις αισιόδοξες ποπ-ροκ επιτυχίες τους τη δεκαετία του 1980 και δίνει στον Τζάγκερ χώρο για τις συναισθηματικές φωνητικές εξάρσεις του, ενώ το «Back in your Life» ξεχωρίζει για το καυτό σόλο του Ρόνι Γουντ. Το «Never Wanna Lose You» είναι χρωματισμένο και με ορισμένες ντίσκο και φάνκι πινελιές και οι επιφανείς καλεσμένοι που συμμετέχουν -ο Ρόμπερτ Σμιθ των Cure στα σινθεσάιζερ και ο Μπρούνο Μαρς στην κουδούνα- φανερώνουν ίσως μια επιθυμία απεύθυνσης σε ένα όχι ακριβώς παραδοσιακό κοινό. Και όσο για την μπαλάντα που λέγαμε, ονομάζεται «Some of Us» και είναι ερμηνευμένη από τον Ρίτσαρντς με ιδιαίτερη ευαισθησία.

«Κάποιοι από εμάς είναι πεσμένοι στα γόνατα», τραγουδάει ο γερο-Κιθ με την κιθάρα του, εκτός όμως από αυτή την παραδοχή της τρωτότητας και της μοναξιάς τους (απέναντι στην αγάπη εν προκειμένω), οι Rolling Stones συνεχίζουν στο «Foreign Tongues» να συντηρούν, όχι ανεπιτυχώς, την εικόνα μιας προχωρημένης μεν ωριμότητας, η οποία όμως έχει κατακτηθεί λόγω της παραμονής τους στα εγκόσμια, όχι της απόσυρσης που θα επέβαλλε η ηλικία. Στο «Jealous Lover», που επίσης κινείται σε χορευτικούς ρυθμούς, ο 82χρονος Μικ Τζάγκερ χωρίζει την ερωμένη του επειδή είναι ζηλιάρα. Το «Hit me in the Head», με τα προηχογραφημένα ντραμς του μακαρίτη Τσάρλι Γουότς (τον οποίο στα υπόλοιπα κομμάτια αντικαθιστά ο Στιβ Τζόρνταν), είναι μια γρήγορη ροκιά που στιχουργικά καταπιάνεται, μεταξύ άλλων, με μια ενόρμηση θανάτου ταιριαστή σε άλλες γενιές και φάσεις ζωής. Η ενασχόληση με τα κοινά δεν λείπει: το παιχνιδιάρικο «Mr. Charm» περιγράφει, ονομάζοντάς τον, τον πρώτο τρισεκατομμυριούχο της ανθρωπότητας, τον «τρελό μεγιστάνα κύριο Μασκ»· και στο «Ringing Hollow», με τον honky tonk ρυθμό, o Τζάγκερ και ο Ρίτσαρντς αποχαιρετούν τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής τις οποίες κάποτε αγάπησαν, διαπιστώνοντας πια ότι η όψη του Αγάλματος της Ελευθερίας είναι συνοφρυωμένη.
Το πιο ενδιαφέρον και το πιο ευχάριστο είναι ότι όλα αυτά οι Rolling Stones τα κάνουν παραμένοντας πιστοί στον ήχο και στο στυλ που τους κατέστησε δημοφιλείς σε όλο σχεδόν τον πλανήτη και ενώ ταυτόχρονα επιδεικνύουν μια ιδιαίτερη ικανότητα να ανανεώνονται και να προσαρμόζονται στις εποχές, χωρίς να χάνεται η ουσία τους. Στο συνολικό αποτέλεσμα έχει συμβάλει φυσικά -με το παραπάνω- ο παραγωγός Αντριου Βατ, ενώ όλο και κάποιο λιθαράκι (αν και όχι πάντα ευδιάκριτο) θα πρόσθεσαν οι guest stars του δίσκου, όπως ο Πολ Μακάρτνεϊ (μπάσο στο «Covered in You») και ο Στιβ Γουίνγουντ, που έπαιξε πλήκτρα σε αρκετά κομμάτια.
Οποιος όμως και να βρισκόταν στο στούντιο της ηχογράφησης του «Foreign Tongues» λογικά θα συγκινήθηκε όταν οι Stones, βοηθούντος του Τσαντ Σμιθ των Red Hot Chilli Peppers, διασκεύαζαν το «Beautiful Delilah» του Τσακ Μπέρι: δικούς του δίσκους, όπως και του Μάντι Γουότερς, κουβαλούσε ο Τζάγκερ εκείνη τη μέρα του 1961, όταν συνάντησε τον Ρίτσαρντς στον σταθμό του τρένου στο Ντάρτφορντ του Κεντ, με την προσδοκία να φτιάξουν μαζί ένα μπλουζ συγκρότημα. Το κομμάτι κλείνει τον δίσκο με τον ιδανικότερο ίσως τρόπο. Και φανερώνει, μαζί με διάφορες άλλες ξεχωριστές στιγμές του «Foreign Tongues» -π.χ. το «Divine Intervention» και το «Side Effects»-, ότι οι Rolling Stones, όπως και κάθε διάσημο ή άσημο συγκρότημα, παίζουν καλύτερα όταν οι ίδιοι το απολαμβάνουν.

