«Θέλεις να γίνεις ηθοποιός ή τραγουδίστρια;», φαίνεται να είναι το ερώτημα που βασάνιζε, μέσω των επίμονων δημοσιογράφων, την Κάιλι Μινόγκ στα πρώτα βήματα της καριέρας της. Η μικροσκοπική ξανθιά έφηβη, που στα τέλη της δεκαετίας του ’80 είχε ακόμη βαριά αυστραλέζικη προφορά, πέρασε από το πλατό της σαπουνόπερας «Neighbours» στα μουσικά τσαρτ με το «I Should Be So Lucky» με μια ταχύτητα και άγνοια κινδύνου που δεν της άφηναν πολλά περιθώρια τότε, παρά να είναι «το όμορφο πρόσωπο που χαμογελάει και κάνει τη δουλειά».
Από εκείνα τα πρώτα χρόνια πιάνει το νήμα το νέο ντοκιμαντέρ του Netflix, που τιτλοφορείται απλώς «Kylie» και προσπαθεί να συνοψίσει την τεσσάρων δεκαετιών καριέρα της εμπορικότερης ποπ σταρ που έβγαλε η Αυστραλία σε τρία μονόωρα κεφάλαια.
Ο Κέιβ που της εμπιστεύτηκε τα φωνητικά του δικού του «Where the Wild Roses Grow» θυμάται πως οι φαν της Κάιλι στο Top of the Pops έμοιαζαν να θέλουν… να τον σκοτώσουν που έπαιρνε ένα κομμάτι της «δικής τους πριγκίπισσας»
Το πρώτο επεισόδιο μοιάζει με ξεφύλλισμα εφηβικού περιοδικού μιας άλλης εποχής. Είναι τα «χρόνια της αθωότητας», τότε που η Μινόγκ ζούσε εντός και εκτός πλατό το ειδύλλιό της με τον συμπρωταγωνιστή της Τζέισον Ντόνοβαν, πριν πέσει στην αγκαλιά του μοιραίου Μάικλ Χάτσενς των INXS. Ανάμεσα σε αυτές τις βαθιά νοσταλγικές καρτ ποστάλ με τα καρδιοχτύπια των 80s-90s, παίρνουμε και μια γεύση από τις εργοστασιακές ταχύτητες με τις οποίες προέκυπταν οι ποπ επιτυχίες της εποχής: μόλις δύο ώρες χρειάστηκαν για να γραφτεί το «I Should Be So Lucky» και μια πτήση-εξπρές Μελβούρνη – Λονδίνο για να το ηχογραφήσει η τραγουδίστρια, όπως εξηγεί ο δημιουργός των επιτυχιών Πιτ Γουότερμαν.

Ποιος θα το έλεγε πως θα ήταν ο Νικ Κέιβ που θα έκανε το δεύτερο επεισόδιο το πιο απολαυστικό της μίνι αυτής σειράς. Είναι το κεφάλαιο που διατρέχει την πιο καλλιτεχνική στροφή που προσπάθησε να πάρει -χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία- η Μινόγκ στα 90s, πριν τα χιτ όπως το «Spinning Around» και το «Can’t Get You Out of My Head» την εκτινάξουν στο χρηματιστήριο της ποπ στις αρχές του αιώνα. Ο Κέιβ που της εμπιστεύτηκε τα φωνητικά του δικού του «Where the Wild Roses Grow» θυμάται πως οι φαν της Κάιλι στο Top of the Pops έμοιαζαν να θέλουν… να τον σκοτώσουν που έπαιρνε ένα κομμάτι της «δικής τους πριγκίπισσας». Αυτή η «κόντρα» ενέργεια των Κέιβ – Μινόγκ φτάνει στο αποκορύφωμά της με το αρχειακό υλικό από ένα… φεστιβάλ ποίησης που ανάμεσα σε διάφορες «καταραμένες» φιγούρες βλέπουμε και την Κάιλι Μινόγκ να απαγγέλει στίχους των τραγουδιών της, φορώντας φόρμα Adidas, έπειτα από προτροπή του Κέιβ.

Το τρίτο και τελευταίο επεισόδιο προσδοκά να είναι το ενδυναμωτικό της υπόθεσης, πιάνοντας την περιπέτεια υγείας που είχε η Μινόγκ το 2006, οπότε και ήρθε αντιμέτωπη με τον καρκίνο του μαστού. Από την προσωπική μάχη μέχρι τον κίτρινο Τύπο που διψούσε για μια στιγμή της και από εκεί στην ανάκαμψη και τη «δεύτερη νιότη» της καριέρας της, το τελευταίο αυτό κεφάλαιο της ιστορίας μοιάζει να πατά σε συγκινησιακές συνταγές που το κάνουν τελικά το πιο αδύναμο μονόωρο της σειράς.
«Comfort» θέαμα με τη γοητεία της Κάιλι


Το «Kylie» δεν ξεφεύγει από τη γνωστή Netflix συνταγή που έχουμε δει σε κάμποσα «limited series» ντοκιμαντέρ της πλατφόρμας τα τελευταία χρόνια. Ντοκιμαντέρ που γίνονται για να συμπαθήσουμε τα κεντρικά τους πρόσωπα, παρά να τα κατανοήσουμε. Και το «Kylie» λοιπόν παραμένει εν πολλοίς ρηχό, χάνοντας την ευκαιρία του να ρίξει περισσότερο φως στο φαινόμενο Κάιλι και στις αναγεννήσεις της: στο πώς δηλαδή από τις 80s ποπ «τσιχλόφουσκες» πέρασε στα όχι και τόσο επιτυχημένα 90s, από εκεί στην υπερηχητική επιτυχία του μιλένιουμ και, αισίως, πώς τα τελευταία τρία χρόνια επανασυστήθηκε στη γενιά του TikTok με την επιτυχία «Padam Padam».
Αντ’ αυτού, το τηλεοπτικό εγχείρημα περνάει τη μουσική σχετικά εν τάχει και επενδύει στο σελέμπριτι υλικό της υπόθεσης, χωρίς να αποφεύγει σε στιγμές και την τάση για «φορεμένο» δράμα: από την πίεση που η σταρ ένιωθε με κάθε ερώτημα των δημοσιογράφων, τις κακές κριτικές που την έλεγαν «παπαγαλάκι που τραγουδάει», όσους τη βρήκαν πολύ προκλητική στην περιοδεία «Let’s Get To It» του 1991, φορώντας δημιουργίες του Τζον Γκαλιάνο. Πράγματα που πίσω από την αδιαμφισβήτητη ανθρωποφαγία τους μοιάζουν και μπανάλ όταν σερβίρονται ως αφήγημα για νιοστή φορά.

Το «Kylie» μετατρέπεται λοιπόν και αυτό σε ένα τρίωρο «comfort» θέαμα για όσους θέλουν να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο με «content» για την Κάιλι που θα μοιάζει εξομολογητικό, χωρίς να τους ζορίσει πραγματικά. Εξαίρεση, η αποκάλυψη προς το τέλος του τρίτου επεισοδίου για τον δεύτερο καρκίνο που αντιμετώπισε η τραγουδίστρια το 2021. Μια αποκάλυψη που και πάλι, βέβαια, σερβίρεται περισσότερο με όρους ριάλιτι παρά ενός ντοκιμαντέρ που μπορεί να καταναλωθεί και σε δεύτερο χρόνο.
Σε αντίθεση με το ανάλογο προ μηνών εγχείρημα για τη Βικτόρια Μπέκαμ, το «Kylie» προκαλεί τουλάχιστον μια συμπάθεια για το πρόσωπο της Μινόγκ και κρατάει τον θεατή μέσα από την αδιαμφισβήτητη (έμφυτη) λάμψη της πρωταγωνίστριάς του, που την έκανε το ίδιο μαγνητική ως αθώα 80s έφηβη, 00s σύμβολο του σεξ, και σήμερα μια γυναίκα που οδεύει στα 60 και φαίνεται όντως να απολαμβάνει τη ζωή που την έφερε ως εδώ, χωρίς κόμπλεξ. Δεν είναι άλλωστε αυτή η διαχρονική, ακτινοβόλος γοητεία που της χάρισε την καριέρα που έχει;
Το ντοκιμαντέρ «Kylie» είναι διαθέσιμο στην πλατφόρμα του Netflix.
