Αν υπάρχει μία μορφή που ενσάρκωσε τον όρο «παράνομη κάντρι» (παρακλάδι της κάντρι μουσικής που είχε δανειστεί τον τίτλο του ομώνυμου γουέστερν του 1949), αυτή σίγουρα ανήκει στον Ντέιβιντ Αλαν Κόου.
Πριν καν πιάσει κάποιο μουσικό όργανο στα χέρια του ή σκεφτεί να τραγουδήσει, ο γεννημένος στο Οχάιο νεαρός με την αντιδραστική συμπεριφορά είχε ήδη περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ανήλικης ζωής του σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Αρχικά, έπαιζε μπλουζ στους δρόμους του Νάσβιλ, πριν αποφασίσει να αφοσιωθεί στην κάντρι, ξεκινώντας το 1969 μια καριέρα που διήρκεσε περισσότερο από μισόν αιώνα.
Ολες, έκτοτε, οι επιλογές του Κόου τον καθιέρωσαν ως θρύλο στη συνείδηση των οπαδών του, παρόλο που, παράλληλα, τον απομάκρυναν από κάθε έννοια «μαζικής αποδοχής».
Ηταν ήδη 30 ετών όταν ηχογράφησε τα πρώτα του σινγκλ σε μικρές δισκογραφικές εταιρείες, που δεν μπόρεσαν να του εξασφαλίσουν την παραμικρή προβολή. Οταν όμως κυκλοφόρησε το παρθενικό του άλμπουμ, με τίτλο «Penitentiary Blues», στο εναρκτήριο κομμάτι του οποίου ακούγονταν οι λέξεις «μαριχουάνα» και «κοκαΐνη», πλαισιωμένες από μπλουζ κιθάρες, μπούγκι ρυθμούς και μία φωτογραφία στο εξώφυλλο που παρέπεμπε σε αποσυρμένο καουμπόη, ήταν ξεκάθαρο ότι ο Ντέιβιντ Αλαν Κόου είχε έρθει για να μείνει… Το 1974 μεταπήδησε σε μεγάλη, πλέον, εταιρεία, την Columbia, όπου για τα επόμενα 15 χρόνια γνώρισε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, τόσο ως τραγουδιστής ο ίδιος, αλλά και ως συνθέτης για τρίτους: τραγούδια του ερμηνεύτηκαν ή διασκευάστηκαν από καλλιτέχνες όπως οι Τζόνι Κας, Κιντ Ροκ, Τάνια Τάκερ, Τζόνι Πέιτσεκ, Χανκ Κρόφορντ, Τζεφ Τουίντι (Wilco), Dead Kennedys κ.ά.
Στο μεταξύ, είχε καθιερώσει ένα ενδυματολογικό στυλ που σίγουρα δεν περνούσε απαρατήρητο: κοστούμια διακοσμημένα με στρας, καουμπόικο καπέλο, μακριά μαλλιά, συχνά μια μάσκα που παρέπεμπε στον κόμικ ήρωα Μοναχικό Καβαλάρη, σκουλαρίκια, μπότες μοτοσικλετιστή και ζώνες με τεράστιες αγκράφες ήταν μερικά από τα χαρακτηριστικά της εμφάνισής του, που σίγουρα ξένιζαν το κατά κανόνα παραδοσιακό κοινό τής κάντρι. Ακόμη και στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν οι εκπρόσωποι της «παράνομης κάντρι», όπως ο Γουίλι Νέλσον ή ο Γουέιλον Τζένινγκς, είχαν καταφέρει να παίζουν το παιχνίδι της μουσικής βιομηχανίας με τους δικούς τους όρους, o Κόου πάλι κινείτο στο περιθώριο: τα τραγούδια του ήταν πιο γνωστά από τον ίδιο.
Πίσω, βέβαια, από το σκληρό παρουσιαστικό του, κρυβόταν ένας μάλλον πικραμένος άνθρωπος που είχε προσπαθήσει μέσω της μουσικής να αφήσει οριστικά πίσω του τα προβλήματα με τον Νόμο. Οπως είχε γράψει το 1996 στην αυτοβιογραφία του ο Γουέιλον Τζένινγκς, «ο Κόου ήταν ο πιο ειλικρινής από όσους έσπευσαν να επιβιβαστούν στο βαγόνι της “παράνομης κάντρι”, αλλά, τουλάχιστον όσο τον γνώριζα εγώ, το πιο παράνομο πράγμα που τον είχα δει ποτέ να κάνει ήταν να διπλοπαρκάρει στο κέντρο του Νάσβιλ».
To 1979 ηχογράφησε τον δίσκο «Compass Point», όπου ενσωμάτωνε ήχους της Καραϊβικής στις κάντρι ενορχηστρώσεις, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση στον μέσο ακροατή. Ενώ, όμως, είχε αρχίσει να αποδέχεται ότι η επιτυχία δεν θα του χτυπούσε ποτέ επισήμως την πόρτα, η δεκαετία του 1980, χάρη στην υποστήριξη ονομάτων όπως Κρις Κριστόφερσον, Γκάι Κλαρκ, μελών των Allman Brothers Band, αλλά και του συγγραφέα Σελ Σιλβερστάιν («Το δέντρο που έδινε»), που υπήρξε προσωπικός του φίλος, ήταν η πιο αποδοτική της καριέρας του. Οπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, βέβαια, οι συνεχείς μεταδόσεις στο ραδιόφωνο, οι υψηλές πωλήσεις και οι πολλαπλές ζωντανές εμφανίσεις είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην προσωπική του ζωή: ήταν εκείνη η περίοδος κατά την οποία ο δεύτερος γάμος του κατέληξε σε ένα επεισοδιακό διαζύγιο, που σήμαινε, πέρα από όλα τα άλλα, ότι πρακτικά θα έχανε κάθε ουσιαστική επαφή με την κόρη του.
Μετά το 1990 βρέθηκε εντελώς «εκτός μόδας» και χρειάστηκε να μάθει να λειτουργεί χωρίς την ασφάλεια μιας πολυεθνικής δισκογραφικής εταιρείας. Αποδείχτηκε ότι θα του ήταν χρήσιμος ένας πιο έμπειρος σύμβουλος: κυκλοφόρησε τραγούδια γεμάτα βωμολοχίες, ονομαστικές προσβολές και ειρωνικές αναφορές, αποσπώντας κριτικές όπως «μερικά από τα πιο ρατσιστικά, μισογυνικά, ομοφοβικά και χυδαία τραγούδια που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ», στις οποίες ο ίδιος απαντούσε πως ήταν απλά σατιρικά – το κοινό, βέβαια, τα απέρριπτε για έναν απλούστερο λόγο: ήταν αδιάφορα!
«Οι ηθοποιοί στις ταινίες μπορούν να υποδύονται οποιονδήποτε ρόλο και κανείς να μην τους επικρίνει. Αν όμως εγώ σε ένα κομμάτι περιγράψω μια στερεοτυπική κατάσταση, ξαφνικά ακούω ότι είμαι ρατσιστής. Οταν ήμουν στη φυλακή, το 87% των άλλων κρατουμένων ήταν μαύροι, έκανα παρέα μαζί τους, οι λευκοί κρατούμενοι με κατηγορούσαν γι’ αυτό και τώρα κατηγορούμαι ακριβώς για το αντίθετο! Πώς γίνεται να είμαι ρατσιστής όταν ο ντράμερ στο συγκρότημά μου είναι Αφροαμερικανός, ο αγαπημένος μου τραγουδιστής όταν μεγάλωνα ήταν ο Τζόνι Εϊς και στον δίσκο μου «Requiem For A Harlequin» κατηγορώ την Κου Κλουξ Κλαν;».
Οι αναμνήσεις του από τη φυλακή περιελάμβαναν, πιθανότατα, μια πιο φουσκωμένη εκδοχή της πραγματικότητας. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τη θανατική ποινή, ενώ αποδείχτηκε ότι είχε απλώς συλληφθεί για απόπειρα διάρρηξης. Επίσης, ισχυριζόταν ότι πίσω από τα σίδερα είχε γνωρίσει τον Σκρίμινγκ Τζέι Χόκινς, ο οποίος τον έπεισε να αφοσιωθεί στη μουσική, αλλά δεν αποκλείεται και αυτό να ήταν ένα αυθαίρετο δικό του αφήγημα.
Μία γνωριμία που έλαβε όντως χώρα, πάντως, ήταν αυτή με τον κιθαρίστα του χέβι μέταλ γκρουπ Pantera, Ντάιμπαγκ Ντάρελ, με τον οποίο τους ένωσε η αγάπη για τον Νότο. Παρά τις ηλικιακές και καλλιτεχνικές διαφορές τους, μπήκαν μαζί στο στούντιο και το 2006 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Rebel Meets Rebel», όπου το μέταλ πράγματι συναντά την κάντρι με ανέλπιστα ενδιαφέροντα αποτελέσματα!
Αυτός ήταν, πρακτικά, και ο τελευταίος του δίσκος, αν και δεν σταμάτησε ποτέ να δίνει συναυλίες, για οικονομικούς, βασικά, λόγους, καθώς είχε καταδικαστεί για φοροδιαφυγή και ληξιπρόθεσμες δόσεις διατροφής στις πρώην συζύγους του. Τα ποσά, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν 980.000 και 300.000 δολάρια αντίστοιχα…
Ο Κόου πέθανε στις 29 Απριλίου σε ηλικία 87 ετών. «Για να φτιάξεις ένα αληθινό κάντρι και γουέστερν τραγούδι, πρέπει οπωσδήποτε να περιλάβεις πέντε λέξεις στους στίχους: μάνα, τρένο, φορτηγό, φυλακή και μεθύσι».
Αν μη τι άλλο, άφησε πολλά τέτοια πίσω του.

