Ο δίσκος των Beach Boys που απέδειξε πως θεϊκό είναι το ανθρώπινο

Ο δίσκος των Beach Boys που απέδειξε πως θεϊκό είναι το ανθρώπινο

To «Pet Sounds», που κυκλοφόρησε στις 16 Μαΐου του 1966, άλλαξε τον ρουν της μουσικής, γιατί πίσω από κάθε τέλεια αρμονία έκρυβε κάτι βαθιά ανθρώπινα τρωτό

6' 39" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Στην Καλιφόρνια μπορείς να είσαι το ίδιο φουκαράς όσο οπουδήποτε αλλού», συμπεραίνει σε ένα σημείο της εισαγωγής στο βιβλίο του για το «Pet Sounds» των Beach Boys ο Τζιμ Φουσίλι (σειρά «33 1/3», εκδόσεις Οξύ). Ο Μπράιαν Γουίλσον, ο ιδιοφυής νους πίσω από τις σπουδαιότερες στιγμές του συγκροτήματος, μεγάλωσε μαζί με τα αδέρφια του στο Χόθορν, μια ήσυχη γειτονιά της Καλιφόρνια που ήταν πιο κοντά στο Κόμπτον από ό,τι στον λαμπερό κόσμο του Λος Αντζελες, αλλά και μια ανάσα από τις ειδυλλιακές, καλιφορνέζικες παραλίες. 

Σε αυτό το κέντρο-απόκεντρο που, όπως στο κινηματογραφικό «Florida Project» του Σον Μπέικερ, τα πάντα συνυπάρχουν άναρχα και συμπληρωματικά, για τον Μπράιαν Γουίλσον εξαρχής ο ήλιος συνυπήρχε με το σκοτάδι. Τα αδέρφια του μπορεί να έκοβαν βόλτες στην Πόλη των Αγγέλων και εκείνος να σκάρωνε τραγούδια στο δωμάτιό του. 

Ηταν πάντως το ηλιόλουστο στοιχείο που προέταξαν εμφατικά στα πρώτα τους χρόνια οι Beach Boys. Τα ευτραφή, ξανθά «αμερικανάκια» πλασαρίστηκαν ως η καλιφορνέζικη απάντηση της Αστερόεσσας στους Beatles και θαρρείς πως ζούσαν σε ένα αιώνιο καλοκαίρι, με τις σανίδες τους παραμάσχαλα (αν και στην πραγματικότητα ο μόνος στην μπάντα που έκανε σερφ ήταν ο Ντένις Γουίλσον). Στις πρώτες τους δουλειές τα πάντα έμοιαζαν σχεδόν απαράλλαχτα: οι λέξεις «surf» και «summer» απαραίτητες, τα θαυμαστικά στους τίτλους των άλμπουμ ομοίως, κάτω από την ομπρέλα των οποίων βρίσκονταν όμορφες, πλην «ακίνδυνες» surf rock μελωδίες. Μια αλλαγή πλεύσης φαινόταν ήδη από το 1965 και το πιο μεστό «The Beach Boys Today!». 

Και ύστερα, ήρθε η πραγματική στροφή του 1966. Ο Μπράιαν Γουίλσον δεν εφησύχαζε από όταν άκουσε έναν χρόνο νωρίτερα το «Rubber Soul», το άλμπουμ στο οποίο οι Beatles πλέον ξέφυγαν από τη λογική του άλμπουμ ως «συλλογή τραγουδιών» και το αντιμετώπισαν ως ένα ενιαίο έργο με μπόλιασμα ηχητικών αναφορών. Με την πνευματική παρακαταθήκη του Φιλ Σπέκτορ στη φαρέτρα του και το λεγόμενο wall of sound που έφερε στην ποπ παραγωγή, ο εικοσιτριάχρονος μουσικός είχε προ των πυλών το δικό του αριστούργημα. Στις 16 Μαΐου του 1966 ο κόσμος άκουσε πρώτη φορά το «Pet Sounds». Εναν δίσκο που εξήντα χρόνια μετά μνημονεύεται ως μία κορυφαία στιγμή της μουσικής του 20ού αιώνα – αλλά και μία από τις πιο θρυλικές ηχογραφήσεις της πρόσφατης μουσικής ιστορίας. 

Ο «Χίτλερ» που έκανε το στούντιο το δικό του όργανο

Ο δίσκος των Beach Boys που απέδειξε πως θεϊκό είναι το ανθρώπινο-1
Το στούντιο έγινε η προέκταση του Μπράιαν Γουίλσον κατά τη δημιουργία του «Pet Sounds». Εδώ ο μουσικός σε ένα μεταγενέστερο στιγμιότυπο μπροστά από την κονσόλα. [Matt Sayles/Invision for Inside Access from Chase/AP Images]

Θα έμοιαζε άκομψο να μνημονεύουμε μονάχα τον έναν εκ των Beach Boys, αλλά το «Pet Sounds» υπήρξε πραγματικά μια βαθιά προσωπική δουλειά του μεγάλου αδελφού Γουίλσον. Ολες οι συνθέσεις τού ανήκουν, εκτός από το «Sloop John B», που είναι και το πρώτο κομμάτι που γεννήθηκε από αυτή τη δουλειά, διασκευή ενός παραδοσιακού τραγουδιού. 

Η δημιουργία του άλμπουμ ήταν κάθε άλλο παρά ομαλή. Το 1965 τα πρώτα σημάδια του διαταραγμένου ψυχισμού του Γουίλσον, που θα τον ταλαιπωρούσαν έως το τέλος της ζωής του, άρχισαν να εμφανίζονται δειλά. Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς και ενώ η μπάντα βρισκόταν σε περιοδεία, ο Μπράιαν δεν άντεχε το βάρος και την εγκατέλειψε, αφήνοντας τους υπόλοιπους Beach Boys να συνεχίζουν να παίζουν ζωντανά, ενώ εκείνος κλείστηκε στο στούντιο – δεξί του χέρι στις συνθέσεις ήταν ο Τόνι Ασερ, έως τότε… copywriter διαφημίσεων. 

Αρχισε να γράφει καινούργια τραγούδια και μαζί να βλέπει τα πάντα ως όργανα που εξυπηρετούσαν το όραμά του. Τι και αν τα υπόλοιπα μέλη ήταν πολλά χιλιόμετρα μακριά, ο αρχηγός τους φώναξε τους πλέον καταρτισμένους session μουσικούς του Λος Αντζελες, γνωστούς ως Wrecking Crew, για να ηχογραφήσει. Οι υπόλοιποι Beach Boys αρκούσε να ηχογραφήσουν τα φωνητικά τους εν μέσω των σταθμών της περιοδείας τους. Κάτι που δεν άργησε να φέρει ρωγμές στις τάξεις του συγκροτήματος – μάλιστα, το «Caroline, No» κυκλοφόρησε ως σόλο single του Γουίλσον, δύο μήνες πριν από τον δίσκο. 

Τα πάντα ήταν γρανάζια μιας καλοκουρδισμένης μηχανής που έπαιρνε μπρος μονάχα με το νεύμα του Γουίλσον. Το οποίο ήταν τόσο αυστηρό που οι εν λόγω ηχογραφήσεις τού κόλλησαν το προσωνύμιο «Χίτλερ του στούντιο». Μέσα σε δεκάδες όργανα, μονάχα εκείνος μπορεί να άκουγε κάποια μικροσκοπική λεπτομέρεια που δεν βγήκε όπως «την άκουγε» στο μυαλό του, και να το πήγαιναν όλο από την αρχή, ξανά και ξανά. Το πραγματικό του όργανο ήταν το ίδιο το στούντιο, μέσα στο οποίο η διορατικότητά του περπάτησε σε terra incognita για την ποπ έως τότε. Εφερε μεγάλα μουσικά ανσάμπλ, έγραψε τους δικούς του αρμονικούς κανόνες, έβαλε στον δίσκο να ακούγονται από θέρεμιν μέχρι… κουτάκια Coca-Cola.

Το «Pet Sounds» δεν ήταν μόνο μια προσπάθεια να γεφυρωθεί η ποπ αμεσότητα με το δημιουργικό βάθος πιο «ακαδημαϊκών» ηχογραφήσεων, αλλά ένας δίσκος που κατέγραψε εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο ενήλικος δημιουργός του κοιτά στα μάτια τη ζωή που δεν είναι πάντα ένα τεράστιο χαμόγελο (ειρωνεία, την ίδια σχεδόν περίοδο με το «Pet Sounds» ηχογραφούσε και το άλμπουμ «Smile» που θα ακούγαμε τελικά το 2004). 

Η μελαγχολία κρύβεται παντού στο άλμπουμ: από τον πρώτο στίχο που ο Γουίλσον αντί να ξορκίζει… προσδοκά το γήρας («Wouldn’t Βe Νice Ιf We Were Older?») έως τα φωνητικά σε εκείνο το «Let me go home», στο «Sloop John B», που ακούγονται σαν απέλπιδη κραυγή σωτηρίας. Και από τη σαφέστατη διαπίστωση του Γουίλσον στον τίτλο του «I Just Wasn’t Made For These Times» μέχρι τα surf κύματα του ομώνυμου, ορχηστρικού κομματιού, που μοιάζουν καλειδοσκοπικά αναδιπλωμένα προς κάτι σκοτεινότερο των προφανών μερών του.

Η ζωή που δεν είναι μόνο «Good Vibrations» 

Ο δίσκος των Beach Boys που απέδειξε πως θεϊκό είναι το ανθρώπινο-2
Το «Pet Sounds» ήταν καθαρά μια προσωπική δουλειά του Μπράιαν Γουίλσον παρά ένας δίσκος των Beach Boys. [AP Photo]

Οι αρμονίες του «Pet Sounds» ανάγονται στα δυσθεώρητα ύψη τους όχι για την τελειότητα που υπόσχεται το «θεϊκό» πάντρεμα των φωνών και της ενορχήστρωσης. Αλλά γιατί ακριβώς μέσα σε αυτή την απέραντη ομορφιά, αντιστέκεται εμφατικά μια σχεδόν ανομολόγητη απελπισία, ένα εκκρεμές μελαγχολίας που χτυπά αντίστροφα σε κάθε στροφή. 

Είναι αυτό που κάνει τόσο σπουδαίο δίσκο το «Pet Sounds»: πώς μέσα στην καλλιτεχνική του αρτιότητα αντανακλά και «την άλλη πλευρά» αγκαλιάζει την ανθρώπινη τρωτότητα και το «σφάλμα». Αυτό αποδεικνύει και η απόλυτη εμμονή του Γουίλσον για το τελικό αποτέλεσμα: είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου που όσο περισσότερο κυριεύεται από τους προσωπικούς του δαίμονες τόσο προσδοκά να αντισταθμίσει αυτό το ψυχολογικό έλλειμμα με το «τέλειο» έργο. Και ως τέτοιο, τελικά, μπορεί να λογιστεί μόνο αυτό που χωρά κάθε έκφανση της ίδιας της ζωής, που δεν είναι μόνο «Good Vibrations». 

Ενα τέτοιο έργο είναι και το «Pet Sounds». Αν και διακριτά παιδί των 60s που το γέννησαν έξι δεκαετίες μετά, το magnum opus των Beach Boys χρειάζεται λίγα λεπτά ακρόασης για να σε πείσει για την πρωτοπορία του. Δεν είδε το μέλλον, το δημιούργησε. Ενα από τα πιο όμορφα δημιουργικά αντιδάνεια στην ιστορία του ποπ και ροκ κανόνα θα παραμένει η «αλυσίδα» ανάμεσα στους Beatles και στους Beach Boys. Ο Γουίλσον «ζήλεψε» το «Rubber Soul» και έτσι έφτιαξε το «Pet Sounds», οι Beatles θαύμασαν το «Pet Sounds» και έναν χρόνο αργότερα παρέδωσαν το «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band», «σφραγίζοντας» το τι θα πει concept δίσκος. Το τελευταίο έχει μνημονευθεί πολλάκις ως ο κορυφαίος δίσκος όλων των εποχών (αν και το άλμπουμ των Beach Boys θα επιμένει να έχει εξίσου θερμούς υποστηρικτές για τον εν λόγω τίτλο). 

Σήμερα, η δυναμική της μουσουργίας που βρίσκεται πίσω από το «Pet Sounds» μπορεί να έχει εξασθενήσει, μιας και η δισκογραφία έχει στρέψει τις εμπορικές (αλλά και δημιουργικές) ελπίδες της προς άλλες αρετές. Ωστόσο, ακόμα και πίσω από σύνθετες ποπ παραγωγές τού σήμερα, μπορεί κανείς να αναζητήσει τον μακρινό σπόρο που το 1966 φύτεψαν οι Beach Boys. 

Και έπειτα, ρίξτε μια ματιά και στο πρόσφατο μουσικό παρελθόν: θα συνέθεταν οι Radiohead την κιθαριστική δυστοπία του «OK Computer» (1997) αν ο Μπράιαν Γουίλσον δεν τα έδινε όλα για όλα πίσω από μια κονσόλα 30 χρόνια νωρίτερα; Θα θαυμάζαμε τον χειροποίητο, μελωδικό σουρεαλισμό σχημάτων των 00s όπως οι Neutral Milk Hotel; Θα έγραφε ο Τζιμ Τζέιμς τους ψυχεδελικούς ενδόμυχους φόβους της μέσης ηλικίας όπως το έκανε στο «Eternally Even» (2016); Δύσκολο να γνέψει κανείς καταφατικά σε αυτές τις υποθέσεις. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT