«Μετά από θρύλους σαν τους Metallica, τι ακολουθεί;»

«Μετά από θρύλους σαν τους Metallica, τι ακολουθεί;»

Τρεις άνθρωποι που (ξανα)είδαν τους Metallica το Σάββατο στο ΟΑΚΑ μοιράζονται στην «Κ» την εμπειρία τους από μια μπάντα που από σημαιοφόροι του ιδρωμένου thrash έγιναν οι Πάπες του «metal για όλους»

7' 9" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δεκαέξι χρόνια ήταν πολλά. Για την ακρίβεια, τα περισσότερα που έχουν κάνει οι Metallica να επισκεφθούν τη χώρα μας, μετά την πρώτη τους εμφάνιση στο Γήπεδο του Πανιωνίου στη Νέα Σμύρνη το 1993. Τότε ήταν η μπάντα που, μετά από μια δεκαετή θητεία στο ψυχωμένο thrash, απολάμβανε τις δάφνες που της είχε χαρίσει το σαφώς εμπορικότερο «Black Album». Το 1999, όταν πλέον επέστρεψαν για ένα live στη Ριζούπολη, είχαν αμβλύνει ακόμα περισσότερο τις γωνίες τους, με άλμπουμ όπως το «Load» και το «Reload» αλλά και το «Garage Inc.», φιλικές στο ροκ αυτί διασκευές. 

Στη νέα χιλιετία, οι Metallica συνέχισαν να εξαργυρώνουν τη μέταλ φήμη τους σε ιδρωμένα moshpit, όσο κήρυτταν πόλεμο με το Napster, όπως θα θυμούνται πολλοί από το ντοκιμαντέρ «Some Kind of Monster». Οι πρώτοι φαν μπορούσαν να πάνε πλέον στις συναυλίες τους με τα παιδιά τους. Τέτοιες αναμνήσεις γράφτηκαν και στην Αθήνα, τόσο στην εμφάνισή τους στο Rockwave το 2007 (σε ένα line up που συμπλήρωναν οι Mastodon και οι My Dying Bride) όσο και στο λεγόμενο Big Four του μέταλ, που αποτέλεσε τη μεγάλη βραδιά του Sonisphere το 2010, με τους Anthrax, Megadeth, Slayer και Metallica να ανεβαίνουν διαδοχικά στη σκηνή της Μαλακάσας. 

Στα 16 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το προ ολίγων 24ωρων live τους στο ΟΑΚΑ, στην εναρκτήρια βραδιά της περιοδείας Μ72, οι Metallica πέρασαν για τα καλά πλέον στο πάνθεον των κλασικών, εκεί που το (δισκογραφικό) παρόν δεν πρόκειται να αντισταθμίσει ποτέ το βαρύ παρελθόν. Το μέταλ στέκει ίσως ως το τελευταίο προπύργιο στις μουσικές υποκουλτούρες που είναι πιο εξασθενημένες -αν όχι εντελώς ανύπαρκτες- από ποτέ. 

Σήμερα και οι Metallica αντίστοιχα είναι περισσότερο από ποτέ μια μπάντα για όλους. Οπως βέβαια και κάθε μεγάλο, συναυλιακό θέαμα σταδίου που μεταπανδημικά μοιάζει να αφορά τους πάντες (κάτι που έκανε σε μεγάλο βαθμό και στο παρελθόν, μην μπερδευόμαστε με την υπερβολική εξωστρέφεια των social media). Το αποδεικνύει το εκκωφαντικό sold out που ήρθε έναν χρόνο πριν, η πανσπερμία 70.000 ανθρώπων που πήρε τον δρόμο για τη Νερατζιώτισσα το Σάββατο, ο «Ζορμπάς» και οι Τρύπες που χάιδεψαν τα… εθνικά υπερήφανα αυτιά μας.

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη THEO (@theo_desc_tattoo)

Τι μένει λοιπόν από την πέμπτη και μεγαλύτερη από κάθε άποψη εμφάνιση των Metallica στη χώρα μας; Τρεις άνθρωποι έμπειροι στα συναυλιακά πράγματα, μέλη της μέταλ συνομοταξίας αλλά και «επισκέπτες» αυτής, που τους είδαν για πολλοστή φορά το Σάββατο, μεταδίδουν στην «Κ» τις εντυπώσεις τους από μια μπάντα που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχει τον λόγο της να βρίσκεται στην κορυφή, μισό αιώνα μετά τα πρώτα riffs της. 

Ενα θορυβώδες αντίο

του Στέλιου Βογιατζάκη

«Μετά από θρύλους σαν τους Metallica, τι ακολουθεί;»-1
Παρόλο που ο Στέλιος Βογιατζάκης ένιωσε… ετεροντροπή με το ελληνικό μουσικό διάλειμμα των Metallica, ήταν μόνο ένα «τετράλεπτο που δεν αρκεί για να χαλάσει τη μαγεία». [Facebook/Metallica]

Τα χειρότερα που φοβόντουσαν οι πιο απαισιόδοξοι για τη συναυλία των Metallica στο ΟΑΚΑ το βράδυ του Σαββάτου επιβεβαιώθηκαν: τα χρόνια έχουν περάσει και οι 60άρηδες πλέον Metallica δεν έχουν την καταιγιστική ορμή των 30χρονων εαυτών τους που είχαμε δει στη Νέα Σμύρνη το 1993. Επίσης, το setlist ήταν ένα απλό greatest hits χωρίς τις εκπλήξεις από τα βάθη της δισκογραφίας τους τις οποίες είχαμε συνηθίσει σε κάθε προηγούμενη εμφάνισή τους στην Ελλάδα. 

Οπως αποδείχτηκε, όμως, σε αυτή τη συναυλία η ψυχρή λογική, μολονότι επιβεβαιώθηκε, ηττήθηκε κατά κράτος. Αυτό που μίλησε ήταν το συναίσθημα. Οσοι μεγαλώσαμε μαζί τους και ήμασταν παρόντες στα τέσσερα προηγούμενα live τους στην Ελλάδα φύγαμε εξαντλημένοι και με ένα πλατύ χαμόγελο, επειδή γνωρίζαμε ότι δεν είχε σημασία πόσα λάθη του Λαρς Ούλριχ μετρήσαμε. Σημασία είχε ότι συναντηθήκαμε με τους φίλους μας -με τους οποίους πάντα βρισκόμαστε στα live- και είπαμε ένα πολύ θορυβώδες και συναισθηματικό αντίο στο μεγαλύτερο συγκρότημα της γενιάς μας ακούγοντας τα τραγούδια που μας έχουν καθορίσει. Γιατί το «ελπίζω να τα ξαναπούμε κάποτε» που είπε ο Τζέιμς Χέτφιλντ δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας ότι θα τους ξαναδούμε. 

«Μετά από θρύλους σαν τους Metallica, τι ακολουθεί;»-2
Headbanging και… story στο Instagram. [Intime]

Οσο για τη νέα γενιά που η παρουσία της απέδειξε ότι οι Metallica δεν είναι μόνο ένα συγκρότημα για τους γονείς τους, όσα άκουσαν και είδαν το βράδυ του Σαββάτου θα τους κάνουν να μιλάνε σε λίγες δεκαετίες για τη συναυλία της ζωής τους, με το δέος που μιλούν σήμερα αρκετές χιλιάδες πάλαι ποτέ νεαροί για τη συναυλία της Νέας Σμύρνης το 1993. Ενας από τους λόγους είναι ότι τα συγκροτήματα με τη στόφα των Metallica που μπορούν να ταρακουνήσουν στάδια με δύο κιθάρες, μπάσο και ντραμς έχουν αρχίσει να εκλείπουν. Δύσκολα θα δουν ξανά κάτι τέτοιο.

Σε αντίθεση με το κοινό αίσθημα, πάντως, αισθάνθηκα άβολα, στα όρια της ετεροντροπής, με το ελληνικό μουσικό διάλειμμα που περιελάμβανε τον «Ζορμπά» και το «Δεν Χωράς Πουθενά». Ξέρω ότι τέτοιου είδους κολακείες των καλλιτεχνών προς το κοινό της εκάστοτε χώρας είναι αρκετά συνηθισμένες, αλλά οι Metallica δεν το συνήθιζαν μέχρι πρόσφατα και δεν χρειάζονται τέτοιου τουριστικού τύπου κινήσεις. Αυτό ήταν, όμως, μόνο ένα τετράλεπτο. Δεν αρκεί για να χαλάσει τη μαγεία.

«Αληθινή» μπάντα ή μηχανή διασκεδαστικού περιεχομένου;

του Μάνου Μπούρα

«Μετά από θρύλους σαν τους Metallica, τι ακολουθεί;»-3
«Με το τέλος έβλεπα παντού χαμόγελα και ευφορικά πρόσωπα, και γκρίνιες μονάχα από ανθρώπους κρυμμένους πίσω από πληκτρολόγια», γράφει ο μουσικός συντάκτης Μάνος Μπούρας. [Intime]

Για κάποιον που δεν ακούει heavy metal, δεν τα έχω πάει άσχημα βλέποντάς τους για τρίτη φορά. Δεν είμαι λοιπόν σε θέση να εκτιμήσω ποια απ’ όλες ήταν η καλύτερη, προφανώς όμως όσο πας προς τα πίσω χρονικά η μπάντα ήταν πιο «αληθινή», δεν ήταν αυτή η μηχανή παραγωγής διασκεδαστικού περιεχομένου που είναι σήμερα. 

Αν παραβλέψεις τους ιδεολογικούς λόγους που απωθούν τους οπαδούς της thrash περιόδου τους, όπως και το ύψος των τιμών των εισιτηρίων που απορρέουν από το μέγεθος της παραγωγής, μένεις με ένα καλοστημένο σόου, παιγμένο άψογα κι αρκούντως ψυχωμένα, και μία σειρά από κλασικά κομμάτια που έχουν αφήσει ιστορία και ικανοποίησαν τους φαν και μη. 

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη GREEK GATEWAY 🇬🇷 (@greekgateway)

Με το τέλος έβλεπα παντού χαμόγελα και ευφορικά πρόσωπα, και γκρίνιες μονάχα από ανθρώπους κρυμμένους πίσω από πληκτρολόγια. Τέλος, όσο κι αν χαλάστηκαν κάποιοι από το φολκλόρ του διπόλου «Ζορμπάς»/Τρύπες, ήταν πιστεύω μία ενδεχομένως φάλτσα νότα που οπωσδήποτε δεν φάνηκε να επηρεάζει τη συνολική θετικού προσήμου εικόνα της βραδιάς.

Ο Μάνος Μπούρας αρθρογραφεί στο mic.gr.

Ενα συγκρότημα που εξακολουθεί να ορίζει τον εαυτό του

του Θοδωρή Τσαντούλα

Υπάρχουν συναυλίες που είναι απλώς μια βραδιά. Και υπάρχουν συναυλίες που είναι ΤΟ γεγονός. Η επιστροφή των Metallica στην Αθήνα ανήκε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Το Ολυμπιακό Στάδιο φιλοξένησε την πρώτη εμφάνιση του M72 World Tour για το 2026, μια επιλογή που δεν ήταν τυχαία. Η Αθήνα έχει βαθιά σχέση με τους Metallica, μια σχέση που ξεκίνησε από εκείνη την εμφάνιση στη Νέα Σμύρνη το 1993, με support τη Λευκή Συμφωνία και τους The Cult. Τότε ένα εισιτήριο κόστιζε 7.000 δραχμές (απαγορευτικό ποσό) κι όμως κανείς δεν έλειπε. Ηταν άλλες εποχές: δεν είχαμε συνηθίσει μεγάλες διεθνείς παραγωγές, κάθε τέτοια βραδιά ήταν γεγονός ζωής. 

Τριάντα τρία χρόνια μετά, με πολύ περισσότερες συναυλίες πίσω μας και ένα κοινό εξοικειωμένο με τα μεγάλα shows, ο ενθουσιασμός ήταν ακριβώς ο ίδιος. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Η 360° σκηνή, οι τεράστιες οθόνες, ο ήχος που γέμιζε τέλεια κάθε γωνιά του σταδίου. Αλλά αυτό που παρέμεινε αναλλοίωτο είναι κάτι που δύσκολα αγοράζεται με budget: η αυθεντικότητα.

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Irakli Kokhreidze (@kkkokhre)

Δύο στιγμές ξεχώρισαν. Στο «Wherever I May Roam», στις οθόνες εμφανίστηκε το εισιτήριο της συναυλίας του 1993, μια αναφορά που έκλεισε έναν κύκλο για χιλιάδες θεατές. Στο interlude, ο Κερκ Χάμετ και ο Ρόμπερτ Τρουχίγιο, μετά τον «Ζορμπά», ερμήνευσαν «Δεν Χωράς Πουθενά». Ενα ελληνικό ροκ τραγούδι, σε ένα ελληνικό στάδιο 70.000 ανθρώπων, επιλογή με γνώση και ειλικρίνεια, όχι επιδερμική χειρονομία.

Ο Τζέιμς Χέτφιλντ βρήκε τη στιγμή να πει δημόσια πόσο τυχερός νιώθει που βρίσκεται ακόμα επί σκηνής. Για έναν άνθρωπο που έχει μιλήσει ανοιχτά για τις προσωπικές του μάχες, αυτό δεν ήταν τυπική ευγένεια. Ηταν η πιο ειλικρινής στιγμή της βραδιάς.

Αυτό είναι το πιο σπάνιο πράγμα στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία: ένα συγκρότημα που μετά από πέντε δεκαετίες δεν αναπαράγει τον εαυτό του, αλλά εξακολουθεί να τον ορίζει. Αφήνοντάς μας, όμως, με ένα βασανιστικό ερώτημα: μετά από τέτοιους θρύλους, τι ακολουθεί;

Ο Θοδωρής Τσαντούλας είναι CBDO στην Digital Minds. 

Κεντρική φωτογραφία: Μαρίνα Καρπόζηλου

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT