Μόγια Μπρέναν (1952-2026): Η μεγάλη κυρία της κελτικής μουσικής

Μόγια Μπρέναν (1952-2026): Η μεγάλη κυρία της κελτικής μουσικής

H Μόγια Μπρέναν είχε το χάρισμα με την ιδιαίτερη φωνή της να φέρνει στον νου των ακροατών εικόνες από τα καταπράσινα λιβάδια της Ιρλανδίας, το επαναλαμβανόμενο τοπίο με τις λίμνες, το βουνό του Κονεμάρα και τις βραχώδεις ακτές στον Ατλαντικό

4' 42" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

H κηδεία της Μόγια Μπρέναν έγινε στην εκκλησία του Αγίου Πατρικίου στο Ντόνεγκαλ της Ιρλανδίας. Την αναγγελία του θανάτου της είχε κάνει η αδελφή της, Ενια, τη Δευτέρα 13 Απριλίου.

Γεννημένη τον Αύγουστο του 1952 στο Δουβλίνο, η Μπρέναν άφησε αποτύπωμα στην ιρλανδέζικη μουσική όσο ελάχιστες ερμηνεύτριες. Χρειάστηκε να συντομεύσει το όνομά της από Μόιρα Φιλομένα Νι Βρινάουν σε Μόιρα (και αργότερα Μόγια) Μπρέναν, όταν μαζί με δύο θείους της και άλλα δύο από τα συνολικά οκτώ αδέλφια της έφτιαξαν το συγκρότημα Clannad («οικογένεια» στη μητρική γλώσσα της). Ξεκίνησαν ως φολκ συγκρότημα, με ακουστικά όργανα (η ίδια έπαιζε άρπα), αλλά γρήγορα εμπλούτισαν τον ήχο τους με σινθεσάιζερ και επιβλητικές φωνητικές αρμονίες.

Η βαθιά φωνή της ξεχώριζε με την κρυστάλλινη καθαρότητά της και το ελεγχόμενο τρέμολο, προσδίδοντας έναν μοναδικό χαρακτήρα στα τραγούδια τους, καθιερώνοντας ένα στυλ που δεν έμοιαζε με τίποτε αντίστοιχο. Αρκούσε το άκουσμα της ιδιαίτερης φωνής της για να έρθουν στον νου των ακροατών εικόνες από τα καταπράσινα λιβάδια της Ιρλανδίας, το επαναλαμβανόμενο τοπίο με τις λίμνες, το βουνό του Κονεμάρα και τις βραχώδεις ακτές στον Ατλαντικό.

Ηταν τόσο πρωτότυπη η μουσική τους, που οι κριτικοί συχνά τους κατέτασσαν σε διαφορετικές, μεταξύ τους, κατηγορίες: άμπιεντ, ροκ, ποπ και νιου έιτζ ήταν οι πιο συνηθισμένες «ταμπέλες», παρόλο που οι ίδιοι αποστρέφονταν πλήρως την τελευταία από αυτές.

Ευρύτερα γνωστοί έγιναν το 1982, όταν ανέλαβαν το μουσικό θέμα της τηλεοπτικής σειράς «Harry’s Game», που πραγματευόταν την περίοδο των ακραίων ταραχών στη Βόρεια Ιρλανδία. Μέχρι σήμερα, το κομμάτι αυτό παραμένει ένα από τα δημοφιλέστερά τους: χρησιμοποιήθηκε σε διαφημίσεις αυτοκινήτων και ουίσκι, ακούστηκε σε χολιγουντιανή ταινία («Patriot Games», με τον Χάριστον Φορντ, το 1992) και έγινε η πρώτη επιτυχία τραγουδισμένη στα ιρλανδικά γαελικά.

Η φωνή της Μπρέναν θα ακουγόταν πολλές φορές ακόμη σε μικρή και μεγάλη οθόνη: το 1984 σε μία ξεχασμένη, σήμερα, τηλεοπτική σειρά, με έναν λίγο πιο «νεανικό» Ρομπέν των Δασών, το 1995 στο «Circle Of Friends», σε ντουέτο μαζί με τον Σέιν ΜακΓκόουαν των Pogues, το 1997 στον «Τιτανικό», το 2001 στο «Band Of Brothers» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το 2004 στον «Βασιλιά Αρθούρο» και, φυσικά, το 1992, στον «Τελευταίο των Μοϊκανών», όπου το υπέροχο «I Will Find You» των Clannad είχε καταφέρει να χωρέσει μέσα σε λιγότερο από δύο λεπτά, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, τον έρωτα του Ντάνιελ Ντέι Λιούις για τη Μάντλιν Στόου.

Ξεκίνησε την προσωπική της καριέρα το 1992 και κυκλοφόρησε δέκα άλμπουμ. Συνολικά, μαζί με τα 16 στούντιο άλμπουμ των Clannad υπολογίζεται ότι έχει πουλήσει περισσότερα από 20 εκατομμύρια αντίτυπα δίσκων παγκοσμίως – ασφαλώς πολύ λιγότερα από τη μικρή της αδελφή Ενια, που είχε μεν διατελέσει μέλος του γκρουπ, αλλά γνώρισε τεράστια επιτυχία ως σόλο καλλιτέχνιδα, ακολουθώντας έναν πιο φιλικό προς τα αμερικανικά ραδιόφωνα ηχητικό δρόμο.

Στην προσωπική της ζωή δεν ήταν, αρχικά τουλάχιστον, το ίδιο τυχερή. Ενα σύντομο φλερτ με τον μπασίστα των U2, Ανταμ Κλέιτον, ένας αποτυχημένος γάμος με τον μπλουζ μουσικό Πατ Φαρέλ και περίοδοι εθισμού σε αλκοόλ και ναρκωτικά την τραυμάτισαν σε πολλά επίπεδα. Κατάφερε, εντούτοις, να σταθεί στα πόδια της, στηριζόμενη, όπως ισχυριζόταν, στη χριστιανική της πίστη. Το 1990 παντρεύτηκε τον φωτογράφο Τιμ Τζάρβις, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά και επιδόθηκε σε συστηματικές φιλανθρωπικές και οικολογικές δράσεις.

Ως τραγουδίστρια, ήταν ούτως ή άλλως ευέλικτη, αλλά οι διάφορες προτάσεις για συνεργασία την έκαναν ακόμη περισσότερο: τις φωνητικές υπηρεσίες της επιστράτευσαν ο Ρόμπερτ Πλαντ, ο Τζο Τζάκσον, οι Chieftains με τον Βαν Μόρισον, η Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, οι Secret Garden, o Μάικλ Μακντόναλντ των Doobie Brothers, ο Αλαν Πάρσονς, o συμπατριώτης της Γκάβιν Φράιντεϊ και ροκ συγκροτήματα όπως οι Runrig και οι An Emotional Fish.

Το 1999, ο dj/παραγωγός Νίκολας Μπρεϊσγκέρνταλ, γνωστός ως Chicane, την έβαλε ξανά στο στούντιο για να ηχογραφήσει το «Theme From Harry’s Game», αυτή τη φορά όμως για ένα χορευτικό κομμάτι που έκανε θραύση στα κλαμπ τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Ιμπιζα: «Saltwater» ο τίτλος του και ήταν αυτό που έκανε το όνομα της Μπρέναν γνωστό στο κοινό των ρέιβ πάρτι και των τρανς ρυθμών. Ακολούθησαν αμέτρητα ρεμίξ και πολλές ακόμη συνεργασίες με αντίστοιχους καλλιτέχνες της ηλεκτρονικής μουσικής, όπως ο Γερμανός Σίλερ ή οι Trance Wax.

Μετά το αποχαιρετιστήριο άλμπουμ των Clannad «Nadur», το 2013, διαγνώσθηκε με πνευμονική ίνωση, μια σχετικά σπάνια ασθένεια, από την οποία δεν θεραπεύτηκε ποτέ. Δεν σταμάτησε, εντούτοις, να παίζει μουσική μέχρι και το 2024, όταν πλέον η υγεία της δεν της επέτρεπε να τραγουδάει δημοσίως. Η τελευταία της ηχογράφηση ήταν, ομολογουμένως, και μία από τις καλύτερές της: μαζί με τον Νορβηγό τρομπετίστα της ECM Νιλς Πέταρ Μολβέρ συμμετείχε στο τρίτο άλμπουμ των ολλανδών Unifony, μια πανδαισία νυχτερινής τζαζ, νεοκλασικής μουσικής και άμπιεντ ατμόσφαιρας που από το 2023, οπότε κυκλοφόρησε, παραμένει ένα αυτόφωτο και τολμηρό έργο – δύσκολα θα μπορούσε να ζητήσει κανείς ένα πιο ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό «αντίο».

Αμέτρητοι πολιτικοί και καλλιτέχνες από την Ιρλανδία έσπευσαν να συλλυπηθούν την οικογένειά της και να μνημονεύσουν την ανεπανάληπτη προσφορά της στον σύγχρονο ιρλανδέζικο πολιτισμό. Πιο χαρακτηριστική υπήρξε η δήλωση του Μπόνο των U2, που είχε συνεργαστεί μαζί με τους Clannad στο σινγκλ «In A Lifetime»: «Είχε μια απόκοσμη φωνή, τραγουδούσε αλλά και περπατούσε δίπλα μας σαν άγγελος. Εχει, τώρα, επιστρέψει εκεί όπου ανήκει, πλάι στους άλλους αγγέλους».

«Οταν έγραψα την αυτοβιογραφία μου, ακόμη και οι αδελφές μου ήρθαν και μου είπαν “δεν είχαμε ιδέα πόσο άσχημες καταστάσεις είχες περάσει – το έκρυβες πολύ καλά!”», είχε δηλώσει μετά την πανδημία.

«Εξήγησα ότι, αν είναι να γράψεις για τη ζωή σου, οφείλεις να είσαι ειλικρινής. Ηξερα πως θα έφερνα σε δύσκολη θέση κάποια συγγενικά πρόσωπα, αλλά καταλάβαινα, παράλληλα, ότι θα βοηθούσα κάποιους άλλους να αισθανθούν καλύτερα. Ηταν μια κάθαρση, με βοήθησε να προχωρήσω με τη ζωή μου, να ξυπνάω και να μη φοβάμαι. Να γνωρίζω ότι δεν είμαι μόνη μου».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT