Στον τρίτο όροφο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, μπαίνοντας στην έκθεση «Εναντιοδρομία», που είναι αφιερωμένη στο έργο του συνθέτη Γιάννη Χρήστου, ο επισκέπτης αισθάνεται ότι βρίσκεται σε ένα εργαστήριο μνήμης. Παρτιτούρες με εικαστικό ενδιαφέρον, σημειώματα, φωτογραφίες, σκίτσα και δίσκοι δεν παρουσιάζονται ως απλά τεκμήρια, αλλά ως ίχνη μιας δημιουργικής πορείας που, παρότι διακόπηκε απότομα με τον τραγικό θάνατο του συνθέτη στα 44 του χρόνια, συνεχίζει να εκπέμπει την ένταση και τη ζωντάνια της. Η μουσική του Χρήστου απλώνεται στην αίθουσα σαν αόρατη αφήγηση που συνδέει τα επιμέρους στοιχεία, με το έργο «Η πορεία του θεού Ρα» –που ακούγεται σε λούπα– να λειτουργεί σαν ηχητική πυξίδα, οδηγώντας τον επισκέπτη βαθύτερα στον κόσμο ενός από τους σημαντικότερους Ελληνες συνθέτες της πειραματικής μουσικής του 20ού αιώνα.

«Οταν αναφερόμαστε στο έργο του Χρήστου δεν μιλάμε απλώς για μουσική, αλλά για μια συνολική ηχητική –αν όχι αισθητηριακή– εμπειρία. Και εκεί ήταν και η δυσκολία μας: πώς αποδίδεις την πράξη ενός μουσικού όταν δεν μπορείς να παρουσιάσεις ένα ολόκληρο έργο του, για παράδειγμα σε μία συναυλία; Γι’ αυτό αντιμετωπίσαμε τον χώρο σαν μια μεγάλη παρτιτούρα. Τοποθετήσαμε τα τεκμήρια σαν νότες και επιχειρήσαμε να εισάγουμε τον επισκέπτη στο εργαστήριο του συνθέτη, στη μέθοδό του και στην πηγή της έμπνευσής του», μας λέει ο επιμελητής της έκθεσης, μουσικός και διδάκτωρ μουσικολογίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Κωστής Ζουλιάτης.
Ο ίδιος ερευνά το αρχείο του συνθέτη εδώ και δύο δεκαετίες, από τα πρώτα του κιόλας χρόνια στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών, το 1998, όταν είδε για πρώτη φορά το όνομα «Jani Christou» πάνω σε μια παρτιτούρα που έπρεπε να μελετήσει για το μάθημα. «Η άγνωστη αυτή μουσική με τράβηξε αμέσως. Οσο διάβαζα και ερευνούσα, η σχέση μου με το έργο του Χρήστου άρχισε να μεταμορφώνεται σε μια εσωτερική αναγκαιότητα να ψάξω βαθύτερα την ιστορία του», τονίζει ο κ. Ζουλιάτης.
«Τοποθετήσαμε τα τεκμήρια σαν νότες και επιχειρήσαμε να εισαγαγουμε τον επισκέ- πτη στο εργαστήριο του συνθέτη, στη μέθο- δό του και στην πηγή της έμπνευσής του», μας λέει ο επιμελητής της έκθεσης, Κωστής Ζουλιάτης.
Το αρχείο του Γιάννη Χρήστου φυλάσσεται σήμερα στο Ωδείο Αθηνών, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στην τρέχουσα έκθεση. Ενα μέρος της είναι αφιερωμένο στους ανθρώπους που σημάδεψαν την πορεία του συνθέτη, όπως ήταν ο ποιητής Τ. Σ. Ελιοτ, ο συνθέτης Αλεκ Σέρμαν, ο αδελφός του και ψυχαναλυτής Εύης Χρήστου, ο οποίος επίσης σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα και η δασκάλα του στο πιάνο, Τζίνα Μπαχάουερ. «Από την έρευνά μας φαίνεται ότι εκείνη ήταν που τον παρακίνησε να γράψει τα πρώτα του μικρά έργα για πιάνο, μεταξύ 1942 και 1944, πριν φύγει για σπουδές στο Κέμπριτζ. Από αυτά έχει σωθεί μόνο ένα, το Πρελούδιο και Φούγκα για δύο πιάνα, το οποίο, το 1945, παρουσίασε η Μπαχάουερ με μια μαθήτριά της σε ρεσιτάλ στην Αλεξάνδρεια», αναφέρει ο επιμελητής.


Συζητώντας μαζί του, γίνεται σαφές πόσο μεγάλη εντύπωση είχε προκαλέσει ο Χρήστου στους ανθρώπους της εποχής του, παρόλο που η αναγνώρισή του στο ευρύτερο καλλιτεχνικό σύμπαν σήμερα παραμένει ελλειπτική. «Η μουσική πρωτοπορία είναι ένας χώρος ο οποίος, επειδή αφορά πάντα ένα μεταίχμιο – μια αναζήτηση, βρίσκεται συνήθως στο περιθώριο. Χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή για να αναπτυχθεί και να εδραιωθεί ένα έργο. Ο Χρήστου δεν είχε αυτή τη δυνατότητα· έφυγε πάνω στην πιο δημιουργική φάση του. Οπως έλεγε και ο Μάνος Χατζιδάκις, μεταξύ του οποίου και του Χρήστου υπήρχε μεγάλος αμοιβαίος σεβασμός, “Οι δύο Γιάννηδες είναι το μέλλον της μουσικής στην Ελλάδα, ο Ξενάκης και ο Χρήστου”», σημειώνει ο κ. Ζουλιάτης.
Η «Ορέστεια» ως κόμικ
Μία από τις σημαντικότερες ενότητες της έκθεσης αφορά την «Ορέστεια», το μεγάλο φιλόδοξο έργο του συνθέτη, στο οποίο δούλευε τρία ολόκληρα χρόνια και που τελικά έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του. «Ηταν ένα οπερατικό έργο που είχε σκηνοθετήσει ο ίδιος, όπως φαίνεται από τις σημειώσεις του. Είχε φτιάξει, μάλιστα, σχεδόν σε μορφή κόμικ την εξέλιξη πολλών μερών του, κάποια από τα οποία περιλαμβάνονται και στην έκθεση», επισημαίνει ο Κωστής Ζουλιάτης και συνεχίζει: «η “Ορέστεια” θα ενσωμάτωνε και άλλα έργα του, μικρότερες συνθέσεις ή αποσπάσματα, ανάμεσά τους και την “Εναντιοδρομία”, το τελευταίο του έργο για μεγάλη ορχήστρα, που παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 1969 στο Σαν Φρανσίσκο και το οποίο ταυτίζεται με τον τίτλο της έκθεσης». Αν και εκείνη την περίοδο ο Χρήστου σταδιακά απομακρυνόταν από τη σύνθεση μουσικής για το θέατρο και στρεφόταν σε πιο ολικές, σκηνικές μορφές έκφρασης, συνεργάστηκε με τον Κάρολο Κουν για τη σύνθεση της μουσικής του Οιδίποδα. «Υπάρχει επιστολή σε φιλικό του πρόσωπο που αναφέρει χαρακτηριστικά ότι θα δώσει αυτή τη μουσική “στον Κάρολο” επειδή είναι φίλος του, αλλά θα σταματήσει για κάποιο καιρό να γράφει για εκείνον, γιατί τον καθυστερεί από το έργο του, το οποίο ήταν η “Ορέστεια”», καταλήγει.
«Εναντιοδρομία», Γιάννης Χρήστου, ΕΜΣΤ έως τις 8 Νοεμβρίου.

