«Πάντα πίστευα ότι ο Αλαν Γκραντ είναι σαν ένα παλιό, άνετο ζευγάρι μπότες. Εχουν δει και καλύτερες μέρες, αλλά είναι πραγματικά άνετες και δεν υπάρχει περίπτωση να τις πετάξεις ποτέ. Φυσικά φοράς τις άνετες μπότες και το καπέλο και είσαι έτοιμος ξανά για τον δρόμο», είχε δηλώσει ο Σαμ Νιλ, όταν κάποτε, σε συνέντευξη για το Forbes, είχε ερωτηθεί σχετικά με τον πιο διάσημο χαρακτήρα που δημιούργησε. Ο Νεοζηλανδός ηθοποιός, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών, είχε μια παρόμοια αξία στο παίξιμό του: ήσυχο, αξιόπιστο, αβίαστο.
Οχι τυχαία, ο δρ Αλαν Γκραντ, ο μετρημένος παλαιοντολόγος που πρωταγωνιστεί στο «Τζουράσικ Παρκ» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, είναι εκείνος στον οποίο ο θεατής θα «στραφεί» περισσότερο προκειμένου να σώσει την κατάσταση όταν οι φράχτες θα πέσουν και τα γιγαντιαία ερπετοειδή θα πάρουν στο κυνήγι τους ανθρώπους. Το πάθος για την επιστήμη του και ταυτόχρονα η πρακτική σκέψη του Γκραντ, φιλτραρισμένα μέσα από την ερμηνεία του Σαμ Νιλ, καθρεφτίζουν και μία από τις βασικότερες παρατηρήσεις της ταινίας: η φύση είναι θαυμαστή, αλλά όταν ο άνθρωπος ξεπεράσει το μέτρο, μπορεί να γίνει και αδιανόητα τρομακτική.
Ο εκλιπών ωστόσο δεν συνδέεται μόνο με τον παραπάνω ρόλο, στον οποίο επέστρεψε άλλες δύο φορές (2001, 2022) για ισάριθμα σίκουελ.
Με καριέρα πέντε δεκαετιών και σχεδόν 150 συμμετοχές σε ταινίες και σειρές, αποτελούσε μία από τις πιο σημαντικές και αναγνωρίσιμες μορφές του σινεμά, προερχόμενου από τους «αντίποδες». Το «My Brilliant Career» (1979) της Τζίλιαν Αρμστρονγκ τον έκανε διεθνώς γνωστό, ανοίγοντας παράλληλα και τις πόρτες του Χόλιγουντ, ωστόσο μόλις δύο χρόνια αργότερα ο Νιλ βρίσκεται να πρωταγωνιστεί σε μια ευρωπαϊκή ταινία-φετίχ: το «Possession» του Αντρέι Ζουλάφσκι, δίπλα στην (επίσης) υπέροχη Ιζαμπέλ Ατζανί.
Η καριέρα του έκτοτε ακολουθεί τάση… εκκρεμούς ανάμεσα σε προβεβλημένες στουντιακές παραγωγές και ανεξάρτητα κινηματογραφικά πρότζεκτ, τα δεύτερα κυρίως από τις περιοχές της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 πάντως, έπειτα από την αποχώρηση του Ρότζερ Μουρ, φτάνει μια ανάσα από το να αναλάβει τον ρόλο του Τζέιμς Μποντ, για να τον ξεπεράσει στο νήμα ο Τίμοθι Ντάλτον. Αντί αυτού παίζει σε δύο ταινίες («Plenty», «Α Cry in the Dark») στο πλευρό της Μέριλ Στριπ, επιβεβαιώνοντας ότι μπορεί να σταθεί με τους κορυφαίους ηθοποιούς της γενιάς του.
Το 1993 ήταν αναμφισβήτητα η πιο αξιομνημόνευτη χρονιά της καριέρας του. Αρχικά παίρνει μέρος στο βραβευμένο με τρία Οσκαρ «Μαθήματα πιάνου» της Τζέιν Κάμπιον, υποδυόμενος τον σαδιστικό σύζυγο της πρωταγωνίστριας Χόλι Χάντερ, σε έναν θεωρητικά «κόντρα» ρόλο σε σχέση με την εικόνα που έχει (σήμερα) για εκείνον το κοινό. Στην πραγματικότητα η τελευταία διαμορφώθηκε από την άλλη ταινία της ίδιας χρονιάς, το «Jurassic Park», στην οποία ο Νιλ μεταμορφώθηκε στον πιο ανθρώπινο και γειωμένο χαρακτήρα ενός φιλμ γεμάτου… «τέρατα».
«Η αλήθεια που ισχύει για όλα τα φιλμ της σειράς είναι πως δεν πρόκειται για ταινίες δεινοσαύρων. Είναι ταινίες για ανθρώπους, συνηθισμένους ανθρώπους, όπως ένας παλαιοντολόγος ή ένας μαθηματικός, οι οποίοι βρίσκονται σε πολύ πολύ ασυνήθιστες καταστάσεις», έλεγε ο ίδιος στη συνέντευξη του Forbes. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες ο Σαμ Νιλ παρέμεινε εξαιρετικά ενεργός. Μεταξύ άλλων, ντύθηκε μάγος Μέρλιν για μια ομώνυμη τηλεοπτική σειρά, η οποία θεωρείται καλτ διαμάντι από τους λάτρεις του είδους, ενώ πιο πρόσφατα συμπρωταγωνίστησε στο πολύ αξιόλογο αυστραλιανό γουέστερν «Sweet Country» (2017) του Γουόρικ Θόρντον. Ο θάνατος τον βρήκε μάλλον απροσδόκητα, αφού ο ίδιος είχε ανακοινώσει προ ολίγων μηνών ότι βγήκε νικητής στη μάχη με τον καρκίνο. Τα ακριβή αίτιά του δεν έχουν γίνει προς το παρόν γνωστά.

