Αν θέλει κανείς να κατανοήσει πραγματικά τον Μελ Μπρουκς ένα καλό σημείο εκκίνησης είναι οι «Νεκρές Ψυχές» του Νικολάι Γκόγκολ. Με αυτή την κάπως παράδοξη εισαγωγή εκκινεί το εορταστικό αφιέρωμα του The Atlantic για τα 100α γενέθλια του θρύλου της κωμωδίας, ίσως του πιο αστείου ανθρώπου της εποχής του, του μοναδικού Μελ Μπρουκς.
Οπως συνεχίζει η αρθρογράφος, Αντρίνε Λαφράνς, στις «Νεκρές Ψυχές», ο Γκόγκολ προσεγγίζει την ανθρώπινη φύση με το αστείρευτο κέφι ενός μεγάλου κωμικού: ανακαλύπτει το παράλογο εκεί όπου όλοι οι άλλοι βλέπουν το αυτονόητο. Ισως εκεί να βρίσκεται και το σημείο συνάντησης τους. Γκόγκολ και Μπρουκς υπήρξαν ιδιοφυείς, εμμονικοι και βαθιά σουρρεαλιστικοί δημιουργοί – ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
Ο Μελ Μπρουκς κατόπιν προτροπής του μέντορά του και τηλεοπτικού σεναριογράφου Μελ Τόλκιν, διάβασε τις «Νεκρές Ψυχές» κάπου μέσα στη δεκαετία του 1950. Ο Τόλκιν είχε πει στον Μπρουκς: «Παρότι είσαι ένα ζώο από το Μπρούκλιν, νομίζω ότι αρχίζεις να αποκτάς μυαλό».
Εκείνη την εποχή, ο άγνωστος ακόμη Μπρουκς συνήθιζε να φτάνει καθυστερημένος στις συναντήσεις των σεναριογράφων που συνεργάζονταν για ένα τηλεοπτικό σόου. Κι όμως, λίγα λεπτά αργότερα, όταν ξεδίπλωνε τις ιδέες του, ήταν πάντα εκείνος που χάριζε τα πιο ηχηρά γέλια. Το κωμικό του εύρος ήταν εντυπωσιακό.
Ο θεατρικός συγγραφέας Νιλ Σάιμον, ο όποιος ήταν επίσης συνεργάτης του Μπρουκς εκείνη την εποχή, τον είχε χαρακτηρίσει ως «τον πιο μοναδικά αστείο άνθρωπο που έχω γνωρίσει».
Ο Μελ Μπρουκς δεν ξέχασε ποτέ τον Γκόγκολ όσο μεσα στις δεκαετίες χάριζε στην κωμωδία αριστουργήματα όπως τα «The Producers», «Blazing Saddles», «Young Frankenstein», «Silent Movie», «High Anxiety», «Spaceballs», «History of the World, Part I» και «Robin Hood: Men in Tights».

Ο Μπρουκς γεννήθηκε ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό του 1926 στο Μπρούκλιν. Ηταν ο μικρότερος από τέσσερα αγόρια που μεγάλωσαν μέσα στη Μεγάλη Υφεση με μια μητέρα μόνη, καθώς ο πατέρας τους πέθανε ξαφνικά όταν ο Μελ ήταν ακόμη πολύ μικρός.
Γεννημένος ως Μελβιν Καμίνσκι, θυμάται πάντα τα παιδικά του χρόνια ως μια ευτυχισμένη περίοδο. Ο νεαρός Μελ απολάμβανε τον ρόλο του «κλόουν της τάξης», βασανίζοντας τους δασκάλους του και κάνοντας τους συμμαθητές του να ξεκαρδίζονται στα γέλια. «Τα περισσότερα παιδιά στην τάξη ήταν ψηλότερα από εμένα. Χρειαζόμουν ένα όπλο για να προστατεύομαι. Αυτό το όπλο ήταν η κωμωδία», είχε γράψει κάποτε.
Ο νεαρός Μπρουκς κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό και συμμετείχε στη Μάχη των Αρδεννών, αναφέρει ο Guardian. Οποιος θέλει να κατανοήσει την αφοβία του —ή την σταθερή επιμονή του να γελοιοποιεί τους Ναζί για το υπόλοιπο της ζωής του— μπορεί να βρει σε εκείνα τα χρόνια του πολέμου μια επαρκή εξήγηση.
Ο σπουδαίος κριτικός Κένεθ Τάιναν είχε γράψει το 1978 στο The New Yorker ότι το να είσαι Εβραίος, γεννημένος στο Μπρούκλιν, φτωχός και μικρόσωμος αποτελεί σχεδόν την ιδανική συνταγή για έναν Αμερικανό κωμικό. Ή το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή το μονοπάτι για μια τραγική ζωή.
Και όμως, ο Μπρουκς πήρε όλες τις δύσκολες εμπειρίες της ζωής του και τις μετέτρεψε σε κωμωδία. Αντιμετώπισε τον θάνατο επιλέγοντας το γέλιο. Ναι, θαύμαζε τους μεγάλους λογοτέχνες, αλλά απέρριπτε πάντα κάθε ίχνος διανοουμενίστικης επιτήδευσης.
Δεν ήταν όμως μόνο κωμικός. Ως παραγωγός του «The Elephant Man», επέλεξε τον Ντέιβιντ Λιντς για τη σκηνοθεσία και μάλιστα αφαίρεσε το το δικό του όνομα από τους τίτλους, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή υποψία ότι πρόκειται για κωμωδία.
Ισως εκείνος που τον περιέγραψε καλύτερα ήταν ο στενός συνεργάτης του Τζιν Γουάιλντερ. Στα μάτια του Γουάιλντερ ο Μελ Μπρουκς ήταν πάντα ένας άνθρωπος που στεκόταν γυμνόστηθος στην κορυφή ενός βουνού, φωνάζοντας ταυτόχρονα: «Κοιτάξτε με!» και «Μην με αφήσετε να πεθάνω!»

Η αχαλίνωτη φιλοδοξία του συνυπήρχε με μια παιδική επιμονή να ζει την κάθε στιγμή στο έπακρο, σχολιάζει η Λαφράνς. Και αυτό ήταν το στοιχείο που γοήτευσε και την Αν Μπάνκροφτ και την έκανε να τον ερωτευτεί. Εζησαν μαζί μέχρι τον θάνατο της Μπάνκροφτ το 2005. Κι όταν κάποτε τον ρώτησαν γιατί δεν ξαναπαντρεύτηκε, είπε: «Οταν έχεις υπάρξει παντρεμένος με την Αν Μπάνκροφτ, όλες οι άλλες δεν σου φαίνονται πλέον ιδιαίτερα ελκυστικές».
Ο Γουάιλντερ έλεγε πως ο Μπρουκς ήθελε να πυροδοτεί «ατομικές βόμβες γέλιου». Ο ίδιος πάλι έβλεπε την κωμωδία ως κάτι βαθύτερο. «Η κωμωδία έχει να πει τα πάντα για την ανθρώπινη κατάσταση, γιατί όταν γελάς, μπορείς να συνεχίσεις να ζεις», έγραφε στην αυτοβιογραφία του. «Το γέλιο είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας απέναντι στον θάνατο».
Ο Μελ Μπρουκς δεν φοβάται τον θάνατο. Τον μισεί. Και πέρασε εκατό χρόνια αγαπώντας τη ζωή με έναν σχεδόν αχόρταγο τρόπο, επισημαίνει η Λαφράνς. Οπως έγραφε χτες ο Guardian, έπειτα από μια προβολή του «Blazing Saddles» στο Λονδίνο, κάποιος τον ρώτησε ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας. Και ο Μπρουκς απάντησε πολύ απλά και φυσικά: «Να μην πεθάνεις». Και αυτό το πνεύμα είναι η αξεπέραστη παρακαταθήκη του.

