Δεν είναι λίγες οι φορές που, βγαίνοντας από κάποια μικρού μήκους προβολή του Φεστιβάλ Δράμας, τυχαίνει να λέμε με τους συναδέλφους: «Τι ωραίο φιλμ, κρίμα που δεν θα το δει κανένας…». Με το «κανένας» εννοούμε φυσικά το ευρύ κοινό, αφού οι ελληνικές μικρού μήκους ταινίες, ακόμα και οι καλύτερες, πολύ σπάνια φτάνουν έως την κινηματογραφική αίθουσα ή γίνονται διαθέσιμες γενικώς έξω από το φεστιβαλικό περιβάλλον. Αυτή την αρνητική παράδοση επιχειρεί να σπάσει το φετινό καλοκαίρι η εταιρεία διανομής Tanweer, η οποία από την περασμένη εβδομάδα κυκλοφορεί στα θερινά σινεμά το «Ελλάδα 3.0», ένα τρίπτυχο κωμωδιών μικρού μήκους ως ενιαία κινηματογραφική εμπειρία.
«Το πακέτο»
«Είχαν φτάσει στα χέρια μου οι δύο από τις τρεις ταινίες (σ.σ. του Δημήτρη Παπαθανάση και του Μιχάλη Γιγιντή) και μου άρεσαν πολύ. Παλιότερα βάζαμε καμιά μικρού μήκους να παίξει πριν από μια ελληνική μεγάλου μήκους, όμως πλέον και αυτό είναι δύσκολο λόγω διάρκειας· οι μικρού έχουν γίνει μεγαλύτερες και οι μεγάλου ακόμα… μεγαλύτερες. Τελικά την ιδέα έριξε ο Γιάννης Οικονομίδης που το συζητούσαμε: “Γιατί δεν τις πακετάρεις;” μου είπε. Ετσι βρήκαμε και την ταινία της Ιωάννας Κρυωνά και φτιάχτηκε το τρίπτυχο», μας λέει ο CEO της Tanweer Γιάννης Καλφακάκος.
«Στόχος είναι να βρουν βήμα οι μικρού μήκους ταινίες, γιατί το αξίζουν. Μην ξεχνάμε ότι αποτελούν το σπουδαιότερο φυτώριο των νέων ταλέντων», λέει ο CEO της Tanweer Γιάννης Καλφακάκος.
Και οι τρεις ταινίες έχουν να κάνουν με την Ελλάδα τού σήμερα: Το «Χους ει και εις χουν απελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση ντύνει με μαύρο χιούμορ μια κωμικοτραγική ιστορία σχετική με την αδιάντροπη βιομηχανία κηδειών. Στο «Planet Balcony» η Ιωάννα Κρυωνά εξερευνά τον σημερινό μικροαστισμό με επίκεντρο δύο φίλους που καπνίζουν μαριχουάνα σε ένα μπαλκόνι των Εξαρχείων, ενώ στο «100 χρόνια μπροστά» ο Μιχάλης Γιγιντής μάς συστήνει έναν αμίμητο ήρωα, ο οποίος πιστεύει ότι ολόκληρη η ζωή του είναι μεταφυσικά συνδεδεμένη με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Αν είχα προλάβει τις εξελίξεις, μπορεί να το έβγαζα και “ΕΛΑΣ 3.0″», σημειώνει γελώντας ο κ. Καλφακάκος.


Η χιουμοριστική οπτική των τριών φιλμ είναι μάλλον και η καταλληλότερη προσέγγιση στα παράδοξα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Γιατί όμως δεν βλέπουμε περισσότερες τέτοιες κωμωδίες και στο μεγάλου μήκους φορμά; «Η κωμωδία είναι πολύ δύσκολο είδος. Δεν χρειάζεται μόνο σενάριο, όπως πιστεύουν πολλοί. Πρέπει ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί να κατανοούν επίσης τον ρυθμό της. Αν ανατρέξουμε και στα παλιά έργα του ελληνικού σινεμά, ήταν ελάχιστοι οι ηθοποιοί που μπορούσαν να παίξουν με επιτυχία και κωμωδίες και δράματα».
Οσο για τον στόχο του πρωτότυπου εγχειρήματος που άνοιξε σε 40 αίθουσες πανελλαδικά με σχεδόν 1.900 εισιτήρια, ο κ. Καλφακάκος παραμένει προσγειωμένος: «Στόχος είναι να βρουν βήμα οι μικρού μήκους ταινίες, γιατί το αξίζουν. Μην ξεχνάμε ότι αποτελούν το σπουδαιότερο φυτώριο των νέων ταλέντων και σπουδαίοι δημιουργοί, όπως π.χ. ο Παντελής Βούλγαρης, έγιναν γνωστοί μέσα από αυτές. Θεωρώ ότι με τον τρόπο που τις “πακετάραμε” σαν μία ταινία, μπορούν να αναδειχθούν τόσο μέσα από τις αίθουσες όσο και αργότερα στην τηλεόραση, στις πλατφόρμες κ.ο.κ. Προσωπικά εύχομαι να πετύχει και εμπορικά, γιατί έτσι πιστεύω ότι θα μας ακολουθήσουν και άλλοι διανομείς. Αν όχι, εμείς θα συνεχίσουμε και μόνοι μας. Μια τέτοια πρόταση πρέπει να την επαναφέρεις και σταδιακά να “εκπαιδεύσεις” το κοινό για να τη δεχθεί», καταλήγει ο ίδιος.

