Μια αστραφτερή μαύρη Μπιούικ διασχίζει τον κεντρικό δρόμο κάποιας πόλης. Μέσα από το παρμπρίζ διακρίνουμε τις δύο πλευρές του δρόμου, όπου σχεδόν τα μισά κτίρια είναι ερειπωμένα, ενώ αλλού εργάτες δουλεύουν στην ανακατασκευή. Στο τιμόνι βρίσκεται μια σαραντάρα γυναίκα με αυστηρό παρουσιαστικό. Δίπλα της, ένας ηλικιωμένος άνδρας με κομψό λευκό κοστούμι.
«Εχεις πάρει μαζί περισσότερες φορεσιές και από τη Μαρλέν Ντίτριχ», θα του πει αργότερα περιπαικτικά εκείνη. Ο Τόμας Μαν ήταν πράγματι γνωστός για την αδυναμία του στα όμορφα ρούχα και ο Πάβελ Παβλικόφσκι δεν θα άφηνε τη λεπτομέρεια αναξιοποίητη. Αλλωστε τα πάντα στο «Fatherland», την καινούργια του ταινία που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών την περασμένη εβδομάδα, και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές συγκαταλέγεται ανάμεσα στα φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα, μοιάζουν προσεκτικά υπολογισμένα.

Εκεί βλέπουμε τον σπουδαίο Γερμανό συγγραφέα να επισκέπτεται την πατρίδα του το 1949, για πρώτη φορά έπειτα από 15ετή παραμονή στην Αμερική, όπου μετανάστευσε οικογενειακώς με την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Η πόλη που τον υποδέχεται, μαζί με την κόρη του, Ερικα, είναι η Φρανκφούρτη στη Δυτική (πλέον) Γερμανία, όπου πρόκειται να του απονεμηθεί το βραβείο Γκαίτε. Τα πράγματα κυλούν ομαλά, ωστόσο όλοι θα εκπλαγούν όταν εκείνος ενημερώνει ότι σκοπεύει να περάσει και στην ανατολική πλευρά, στη Βαϊμάρη, ώστε να πάρει και εκεί το… βραβείο Γκαίτε. Στο μεταξύ, θα τον προλάβουν τα τραγικά νέα του θανάτου του γιου του, Κλάους, από υπερβολική δόση ναρκωτικών στις Κάννες.
Πίσω από τον λογοτέχνη
Το αληθινό περιστατικό από τη ζωή του Τόμας Μαν εμπνέει στον Παβλικόφσκι τη δημιουργία ενός μυθοπλαστικού φιλμ, που δεν έχει τόση σχέση με το έργο του νομπελίστα συγγραφέα, αλλά περισσότερο με τη φιλοσοφία και τη στάση ζωής του, την οποία επέδειξε ειδικά σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίσταση.
Πόση σκέψη σε κάθε του φράση – Ποτέ δεν ήμουν μεγάλος φαν του Τόμας Μαν. Νεότερος διάβασα κάποια βιβλία του. Μου φαίνονταν πολύ «στεγνά» τότε. Οσο μεγαλώνεις, αρχίζεις να εκτιμάς την ακρίβεια με την οποία περιγράφει τον κόσμο. Το πόση σκέψη μπαίνει σε κάθε φράση.
«Περισσότερο με ενδιέφερε εκείνος ως χαρακτήρας, μαζί με την κόρη και τον γιο του. Και φυσικά το ουμανιστικό του πνεύμα, το ριζοσπαστικά ουμανιστικό του πνεύμα θα έλεγα, με το οποίο αντιμετωπίζει μια κατάσταση γενικής διάλυσης, όπου κυριαρχούν αυτά τα δύο αντίρροπα αφηγήματα (σ.σ. της Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας)· είναι μια ενδιαφέρουσα δραματική κόντρα. Ποτέ δεν ήμουν μεγάλος φαν του Τόμας Μαν. Οταν ήμουν νεότερος διάβασα κάποια βιβλία του, όχι όλα. Μου φαίνονταν πολύ “στεγνά” τότε, ήθελα πιο ωμή λογοτεχνία. Οσο μεγαλώνεις, όμως, αρχίζεις να εκτιμάς την ακρίβεια και τη συμπόνια με την οποία περιγράφει τον κόσμο. Το πόση σκέψη μπαίνει σε κάθε φράση. Βέβαια, όταν βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου πρέπει να μιλήσει στα πλήθη, όπως εδώ, είναι εντελώς καταστροφικό, διότι δεν καταλαβαίνουν σχεδόν τίποτα από όσα λέει», σημειώνει ο Πάβελ Παβλικόφσκι, στο πλαίσιο συνέντευξης που παραχώρησε στην «Κ».
Κύρος και προπαγάνδα
Ο ήρωάς του, ερμηνευμένος άριστα από τον (αληθινό διανοούμενο) Χανς Ζίσλερ, βρίσκεται όντως σε μια παράξενη κατάσταση, επιστρέφοντας σε μια πατρίδα που μετά βίας αναγνωρίζει, κοντά σε ανθρώπους οι οποίοι συχνά επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν το κύρος του για τους δικούς τους προπαγανδιστικούς σκοπούς. Τόσο εκείνος όσο και η κόρη του, πάντως, δεν διστάζουν να βάλουν κάποιους από αυτούς στη θέση τους. Οταν ο πρώην σύζυγός της –και μετέπειτα ακόλουθος του Χέρμαν Γκέρινγκ– έρχεται να τη χαιρετήσει σε ένα πάρτι, η δυναμική Ερικα (Σάντρα Ούλερ) τον ξαποστέλνει με ένα γερό χαστούκι.
Λίγα μέτρα παραπέρα, τον πατέρα της προσεγγίζουν οι γλοιώδεις εγγονοί του Ρίχαρντ Βάγκνερ, οι οποίοι του ζητούν να υποστηρίξει την αναβίωση του Φεστιβάλ του Μπάιροϊτ. «Αν θέλετε τη γνώμη μου, το θέατρο της Βαυαρίας πρέπει να καεί συθέμελα», τους αποστομώνει εκείνος, αηδιασμένος με το γεγονός ότι πολλοί πρώην ναζί συνεχίζουν να πρωταγωνιστούν στη δημόσια ζωή σαν να μη συνέβη τίποτα.
Εκανα μια ευρωπαϊκή ταινία – Γυρίζεις μια ταινία και σου λένε: «Εχεις κάνει μια δήλωση για το ευρωπαϊκό σινεμά». Εντάξει, έκανα μια ευρωπαϊκή ταινία, αλλά δήλωση… Εχει συμβεί να παρέμβω, όπως π.χ. στην Πολωνία, όταν είχαμε μια όχι
και τόσο καλή κυβέρνηση.
Οταν τον ρωτάμε αν ο ίδιος έχει υπάρξει αντικείμενο απόπειρας πολιτικού προσεταιρισμού με παρόμοιο τρόπο, η απάντηση του Παβλικόφσκι εμπεριέχει σεμνότητα καθώς και ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. «Δεν είμαι τόσο μεγάλο όνομα, ξέρετε», λέει γελώντας και συνεχίζει: «Ομως ναι, γυρίζεις π.χ. μια ταινία και σου λένε: “Εχεις κάνει μια δήλωση για το ευρωπαϊκό σινεμά”. Εντάξει, έκανα μια ευρωπαϊκή ταινία, αλλά δήλωση… ελάτε τώρα. Εχει συμβεί βέβαια να παρέμβω, όπως π.χ. στην Πολωνία, όπου λίγο καιρό πριν είχαμε μια όχι και τόσο καλή κυβέρνηση και αισθάνθηκα ότι έπρεπε να πάρω θέση. Δεν χρειάζεται όμως να είσαι γνωστός. Πλέον υπάρχουν όλες αυτές οι απρόσωπες οντότητες, αλγόριθμοι στην πραγματικότητα, οι οποίοι προσπαθούν να σε τραβήξουν στην τροχιά τους. Κάποια στιγμή άρχισα να διαβάζω για τον πόλεμο στην Ουκρανία και επειδή μάλλον “κατάλαβαν” ποια πλευρά μπορεί να υποστηρίζω, άρχισα να βομβαρδίζομαι με πληροφορίες για το πώς η Ουκρανία κερδίζει τον πόλεμο. Και είπα “περίμενε, ξέρω ότι δεν κερδίζουν τον πόλεμο, οπότε σταμάτα”. Γενικώς η αλήθεια έχει να κάνει με την οπτική. Από μια άλλη οπτική έχεις και διαφορετική αλήθεια».
Χωρίς φλυαρίες
Ποια είναι όμως η δική του οπτική σε σχέση με την τέχνη του; Σε μια εποχή που η διάρκεια των ταινιών, ειδικά εκείνων που φιλοδοξούν να διεκδικήσουν βραβεία σε μεγάλα φεστιβάλ ή στα Οσκαρ, συνεχώς μεγαλώνει, ο Παβλικόφσκι ακολουθεί το ακριβώς αντίθετο μονοπάτι. Η βραβευμένη με Οσκαρ «Ida» (2013) είχε διάρκεια μόλις 83 λεπτά, ενώ ο «Ψυχρός πόλεμος» (2018), που ακολούθησε, 89 λεπτά. Οι δε τίτλοι τέλους του «Fatherland» πέφτουν στα 82 λεπτά, καθιστώντας το (μακράν) το πιο σύντομο φιλμ του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος. Ολη αυτή η αφηγηματική οικονομία, την οποία ο Πολωνός δημιουργός υποστηρίζει με συνέπεια, έχει ως στόχο να αποδώσει το καταστάλαγμα της κινηματογραφικής διαδικασίας· στις ταινίες του τίποτα δεν φαίνεται να περισσεύει ή να φλυαρεί.

«Απλώς σιγουρεύομαι ότι κάθε σκηνή έχει τη βαρύτητά της: οπτικά, συναισθηματικά· ότι έχει κάποιο νόημα αντί μόνο να επεξηγεί ή να κάνει φιγούρα. Μου αρέσει αυτό. Ομως έρχεται με φυσικό τρόπο. Βέβαια ομολογώ ότι νιώθω κάποια έξαψη που πηγαίνω ενάντια στο ρεύμα και τη γλιτώνω. Γιατί, ξέρετε, το συμβόλαιό μου έλεγε ότι πρέπει να έχω τουλάχιστον 90 λεπτά και σκεφτόμουν: “Τι θα γίνει τώρα, θα με συλλάβουν; Θα μου βάλουν πρόστιμο;”. Τουλάχιστον οι τίτλοι τέλους κρατάνε πολύ», λέει γελώντας ο Παβλικόφσκι.
Ερείπια, Μπαχ και δάκρυα
Οσο παρακολουθεί κανείς το περίκλειστο, τετράγωνο κάδρο της ταινίας με την (σήμα κατατεθέν) ασπρόμαυρη φωτογραφία μπαίνει ακόμα περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων. Σε εκείνη της Ερικα, η οποία νοσταλγεί τρομερά και στη συνέχεια θρηνεί βουβά τον πολυαγαπημένο αδελφό της. Η εκτεταμένη εισαγωγική σκηνή του φιλμ άλλωστε απεικονίζει τους δυο τους να μιλούν στο τηλέφωνο, με τον βυθισμένο στην κατάθλιψη Κλάους (Ογκουστ Ντιλ) να μοιάζει ισοπεδωμένος από μια ζωή δίχως πατρίδα και όντας μονίμως –ως συγγραφέας– στη βαριά σκιά του διάσημου πατέρα του.
Από την άλλη ο Τόμας Μαν, με την εξωτερική του εκλέπτυνση και τη φαινομενική σκληρότητα του χαρακτήρα, προσπαθεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά με την κόρη του, παρόλο που δεν δείχνει να συμμερίζεται την αγωνία της. Ταυτόχρονα, ο ίδιος τολμά στους μακροσκελείς λόγους του να χρησιμοποιεί λέξεις-ταμπού για τη σύγχρονή του Γερμανία, όπως το «Fatherland» του τίτλου, το οποίο αποδίδει στον μεγάλο Γκαίτε και όχι στους ναζί που το οικειοποιήθηκαν. Τελικά, στην αριστουργηματική σκηνή του φινάλε, οι δυο τους θα βρεθούν σε μια μισογκρεμισμένη εκκλησία, όπου ένας άνδρας παίζει σε ένα ξεκούρδιστο εκκλησιαστικό όργανο κάποια μελωδία του Μπαχ. Το δάκρυ που κυλά στο μάγουλο του γηραιού λογοτέχνη μοιάζει με αποχαιρετισμό σε έναν πιο ανθρώπινο, πολιτισμένο κόσμο, που έχει χαθεί οριστικά.

