Ο Ελληνοαμερικανός σκηνογράφος Ντιν Ταβουλάρις, που μοιράστηκε το Οσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης για το φιλμ «Ο Νονός: Μέρος 2» και υπήρξε στενός και μακροχρόνιος συνεργάτης του Φράνσις Φορντ Κόπολα, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της οπτικής ταυτότητας μερικών από τα πιο σημαντικά έργα του σκηνοθέτη, πέθανε σε ηλικία 93 ετών.
Γνωστός για τα πλούσια, λεπτομερή σκηνικά εποχής του 20ού αιώνα, ο Ταβουλάρις απέσπασε πολλές υποψηφιότητες για Οσκαρ, μεταξύ άλλων για τις εμβληματικές ταινίες «Αποκάλυψη τώρα», «Ο Νονός: Μέρος 3» και «Τάκερ: ο άνθρωπος και το όνειρό του». Η δουλειά του στον πρώτο «Νονό» (1972), αν και εξαιρετική, και δεν προτάθηκε για Οσκαρ.
Γεννημένος από Ελληνες μετανάστες στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, ο Ταβουλάρις μεγάλωσε στο Λος Αντζελες, όπου ο πατέρας του είχε μια καφετέρια, την οποία επισκέπτονταν συχνά εργαζόμενοι του φημισμένου στούντιο Twentieth Century Fox.

Ξεκίνησε την καριέρα του στη βιομηχανία του κινηματογράφου από το τμήμα animation της εταιρείας Disney ως storyboard artist. Εργάστηκε στα φιλμ «H λαίδη και ο αλήτης» και «Μαίρη Πόπινς». Η μεγάλη του ευκαιρία ήρθε το 1967, όταν ο σκηνοθέτης Αρθουρ Πεν τον προσέλαβε για την καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας «Μπόνι και Κλάιντ», μιας από τις πιο καθοριστικές της δεκαετίας του 1960. Ο Πεν εντυπωσιάστηκε τόσο από το αποτέλεσμα ώστε του ανέθεσε και την ταινία «Το μεγάλο ανθρωπάκι» (1970) με πρωταγωνιστή τον Ντάστιν Χόφμαν. Την ίδια χρονιά συνεργαστηκε με τον Αντονιόνι για το «Zabriskie Point» (1970). Η καριέρα του εκτοξεύθηκε το 1972 με τον «Νονό». Η συμβολή του, μαζί με εκείνη του διευθυντή φωτογραφίας Γκόρντον Γουίλις, διαμόρφωσε τη ιδιαίτερη αισθητική της ταινίας.
Εργάστηκε και με άλλους σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως ο Βιμ Βέντερς και ο Γουόρεν Μπίτι. Με τον θάνατό του ο κινηματογράφος έχασε έναν από τους τελευταίους μεγάλους σκηνογράφους του, και μαζί του ίσως χάνεται ένα επάγγελμα που ο ίδιος ανέδειξε με εξαιρετικό ταλέντο. Αν και το όνομά του ήταν κυρίως γνωστό στους ειδικούς του κινηματογράφου, οι κόσμοι που δημιούργησε άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ευρύ κοινό, συμβάλλοντας σε αυτό που πολλοί θεωρούν χρυσή εποχή του κινηματογράφου, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

