Το τανκ, τα περιστέρια, η αληθινή ζωή του Μπόχουμιλ Χράμπαλ

Το τανκ, τα περιστέρια, η αληθινή ζωή του Μπόχουμιλ Χράμπαλ

3' 10" χρόνος ανάγνωσης

Τις προάλλες ο Χράμπαλ θα γινόταν εκατόν ενός ετών. Στο βιβλίο του «Τρένα υπό αυστηρή παρακολούθηση», δημοσιευμένο το 1965, ο Μίλος Χρμα, ο μαθητευόμενος σιδηροδρομικός υπάλληλος -και αποτυχημένος αυτόχειρας- αφηγείται μια ιστορία για τον παππού του: ο παππούς του ήταν υπνωτιστής κι όταν έμαθε πως έρχονται τα τανκς των Γερμανών, έτρεξε κατά κει και προσπάθησε να τα εμποδίσει διά του υπνωτισμού. Πράγματι, το πρώτο τανκ σταμάτησε και όλη η φάλαγγα σταμάτησε, μόνο που, αμέσως μετά, ο λοχαγός έδωσε εντολή και το τανκ ξεκίνησε και πατίκωσε τον παππού. Το πρόβλημα όμως που προέκυψε ήταν πως το κεφάλι του σκάλωσε στις αλυσίδες του οχήματος και μέχρι να το ξεσφηνώσουν, δυσκολεύτηκαν αρκετά. Τελικά το πήραν, το κόλλησαν με το υπόλοιπο σώμα και έθαψαν τον παππού, όπως ταιριάζει σε Χριστιανό (λέει ο Χρμα).

Τέτοια ακριβώς σκηνή δεν υπάρχει στην ταινία του Γίρι Μένζελ (στα ελληνικά, με τον τίτλο «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν», 1966), άλλωστε δεν χρειάστηκε, αφού κάποιες φορές τα πράγματα συμβαίνουν, ούτως ή άλλως, ως ιστορικά συμβάντα στην αληθινή ζωή (σ’ αυτό που αποκαλούμε αληθινή ζωή).

Και, επιπρόσθετα, επειδή «το σωστό βιβλίο παραπέμπει πάντα αλλού κι έξω απ’ τον εαυτό του» («Μια πολυθόρυβη μοναξιά», Χράμπαλ, 1977), εγώ, διαβάζοντας το συγκεκριμένο απόσπασμα, οδηγήθηκα αυτόματα στην εικόνα εκείνου του άγνωστου άντρα που στάθηκε μπροστά απ’ τα τανκς, εμποδίζοντας την πορεία τους, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των φοιτητών, στην πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου, το ’89.

Η σκηνή

Μπήκα λοιπόν στο Διαδίκτυο, στο YouTube -το YouTube είναι ένα νεκροταφείο εικόνων- και είδα τη σκηνή. Εκεί, βέβαια, ο άντρας (ο φοιτητής) δεν είναι υπνωτιστής. Ωστόσο, το τανκ είναι πάντα τανκ, δεν γίνεται διαφορετικά: ένα μεγάλο βαρυκόκαλο ερπετό με μικρό κεφάλι που δεν μπορεί να σκεφτεί πώς να τον αποφύγει. Κι ο άντρας είναι ευέλικτος σαν αντιλόπη, μια παράξενη αντιλόπη όμως, που θέλει να κατασπαραχθεί απ’ τα θηρία. Σταματά με το σώμα του το όχημα, έπειτα αυτό στρίβει προκειμένου να τον παρακάμψει και ο άντρας πηδά ξανά μπροστά στο τανκ. Υστερα ανεβαίνει πάνω στο σιδερένιο κέλυφος, φτάνει στην καταπακτή, η οποία ανοίγει, και το κεφάλι του χειριστή ξεπροβάλλει. Οταν ο άντρας κατεβαίνει απ’ το τανκ, συμβαίνουν τα ίδια, μέχρι που εμφανίζεται, από δεξιά, ένας τύπος καβάλα σ’ ένα ποδήλατο, και μετά δύο άντρες, ντυμένοι στα μπλε, που αρπάζουν τον φοιτητή και τον απομακρύνουν απ’ τη λεωφόρο.

Πάντως, ο Κούντερα γράφει πως, την περίοδο της ρωσικής κατοχής στην τότε Τσεχοσλοβακία, είχε φιλονικήσει μ’ έναν γνωστό του για την πολιτική ουδετερότητα του Χράμπαλ. Ο γνωστός του υποστήριζε πως ο Χράμπαλ ήταν ένας προδότης, επειδή είχε δεχτεί να εκδίδονται τα βιβλία του απ’ το καθεστώς, νομιμοποιώντας το εμμέσως, ενώ ο Κούντερα έλεγε πως η άποψη αυτή ήταν εξαιρετικά άδικη για τον σπουδαιότερο Τσέχο συγγραφέα εκείνης της εποχής. «Ηταν βαθιά απολιτικός», γράφει ο Κούντερα, ωστόσο «η απολιτικότητά του χλεύαζε έναν κόσμο όπου λυσσομανούσαν οι ιδεολογίες» (Συνάντηση, 2009).

Επιστρέφοντας τώρα σ’ ένα ακόμη απόσπασμα απ’ τα Τρένα, ο διευθυντής, ο φιλόδοξος κύριος διευθυντής, που έχει σαν όνειρο να γίνει επιθεωρητής των σιδηροδρόμων, έχει αφήσει τ’ αγαπημένα του περιστέρια να καθίσουν πάνω στους ώμους και τα μανίκια του, σαν «φοντάνα» (εδώ από τη μετάφραση της Ρενέ Ψυρούκη στον Κάλβο, 1968). Μόλις βλέπει την κόμισσα πάνω στο άλογο, τρέχει να τη συναντήσει, με τα περιστέρια γαντζωμένα ακόμα πάνω του, και όταν η κόμισσα του ανακοινώνει κάποιο νέο, ο διευθυντής ταράζεται τόσο που τα περιστέρια πετάνε μακριά, αφήνοντας πίσω τους ένα πουπουλένιο σύννεφο, φαντάζομαι. Μέσα απ’ το σύννεφο, ο διευθυντής σκύβει και χειροφιλά την κόμισσα.

Μια ωραία εικόνα. Γιατί όμως τ’ αναφέρω αυτό; Γιατί ο Μπόχουμιλ Χράμπαλ, την περίοδο που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, ταλαιπωρημένος πια, έχοντας γράψει τα βιβλία του, έχοντας τιμηθεί και έχοντας λοιδορηθεί (που είναι περίπου το ίδιο), έχοντας κάνει αμέτρητες δουλειές προτού αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, έπεσε από τον πέμπτο όροφο του κτιρίου, προσπαθώντας -υποτίθεται- να ταΐσει περιστέρια.

Δεν ξέρω αν έπεσε με το κεφάλι.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT